Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Χαμένες βεβαιότητες (iii.Το βιογραφικό του πρωταγωνιστή)


iii.Το βιογραφικό του πρωταγωνιστή

Πριν λίγα μόλις χρόνια, κύρια απαίτηση των καταναλωτών ήταν πόσο γρήγορα ή πόσο καλά μπορούσε ένα προϊόν ή μια υπηρεσία να καλύψει τις ανάγκες τους. Η ταχύτητα και η ποιότητα ήταν τα ζητούμενα ενώ η τιμή έμπαινε σε δεύτερη ή και σε καμιά μοίρα. Η εποχή αυτή μοιάζει τόσο μακρινή όσο και η εποχή των δεινοσαύρων. Πλέον, το ενδιαφέρον στρέφεται αρχικά και κάποτε αποκλειστικά στην τιμή. Τα υπόλοιπα έπονται. Αν πωλητής και καταναλωτής «δεν τα βρουν» στην τιμή, κάθε άλλη συζήτηση είναι περιττή. 
Λίγες μέρες πριν συζητούσα με μαθητές μου για τη νέα οικονομική πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί και τις (μη) αντιδράσεις της αγοράς. Σε ερώτηση τι θα έκαναν οι ίδιοι, ως έμποροι και επιχειρηματίες, ακούστηκαν διαμετρικά αντίθετες θέσεις. Κάποιοι διατύπωναν απόψεις όπως: «η κατάσταση είναι δύσκολη», «ο κόσμος δεν έχει λεφτά», «δεν κινείται τίποτα», «τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο». Οι συγκεκριμένοι κατάληγαν, γεμάτοι απαισιοδοξία, στο ότι ο εμπορικός κόσμος και οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να κάνουν τίποτα και ότι η κυβέρνηση πρέπει να κάνει κάτι. Άλλοι βέβαια, είχαν τελείως διαφορετική προσέγγιση. Λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές δυσκολίες υποστήριζαν ότι θα άλλαζαν τελείως την πολιτική τους, προσαρμόζοντάς την στην κατάσταση που έχει διαμορφωθεί. «Θα συζητούσα με τον ιδιοκτήτη σημαντική μείωση του ενοικίου», «θα έψαχνα καινούριους, πιο φτηνούς προμηθευτές», «θα περιόριζα το κέρδος μου, χωρίς να υποβαθμίσω την ποιότητα». Οι πρώτοι, αν και νέοι, έχουν ήδη ασπαστεί κατεστημένες και καταστροφικές ιδέες. Οι δεύτεροι, αν και νέοι, έχουν τις λύσεις εκεί που οι μεγαλύτεροι σηκώνουν τα χέρια ψηλά. 
Παιδιά δεκαέξι και δεκαεφτά ετών δείχνουν ικανά να αφουγκραστούν τις απαιτήσεις της αγοράς και να κατανοήσουν τις αναγκαίες αλλαγές. Αυτά τα παιδιά ίσως μας δείχνουν το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε και για να πω την αλήθεια, καθόλου άσχημος μου φαίνεται. Την ίδια στιγμή άνθρωποι της αγοράς με πείρα ετών, δε δείχνουν ικανοί να κατανοήσουν τι συμβαίνει γύρω τους, πόσο μάλλον να αντιδράσουν σ’ αυτό. Αρνούνται να δεχτούν ότι η εποχή της οικονομικής άνεσης, της αναζήτησης της πολυτέλειας χωρίς όριο, έχει πεθάνει. Αρνούνται να συμβιβαστούν με τα νέα δεδομένα και να προσαρμοστούν σ’ αυτά. Οδηγούνται σε ένα «τέλος», επειδή δε βλέπουν την «αρχή» που βρίσκεται μπροστά μας. 
Είναι καιρός να αποδεχτούμε (όσο κι αν πληγώνει κάποιους αυτό) ότι η αξία της πείρας έχει χαθεί, γιατί βρομούσε συντηρητισμό. Στο ταξίδι της προς τη λήθη παρασύρει εκείνους που συνεχίζουν να επενδύουν σε ξεπερασμένες αξίες, μεθόδους και επιλογές. Είναι καιρός να αποδεχτούμε (κανέναν πληγώνει αυτό) ότι αρκετοί νέοι, που αρνούνται την αυθεντία των προηγούμενων γενιών, θα τα κατάφερναν πολύ καλύτερα από τους γονείς τους. Κι αυτό έχει την εξήγησή του. Οι νέοι είναι πιο κοντά στις απαιτήσεις που εδραιώνονται. Το βιογραφικό τους έχει περισσότερα στοιχεία πρωταγωνιστή από όσα θα μπορούσε να έχει το βιογραφικό οποιουδήποτε ανθρώπου με πολύπειρο αλλά σάπιο μυαλό. 
Είναι οι νέοι αλλά και όσοι λειτουργούν σαν νέοι εκείνοι που κινούνται άνετα σήμερα, χωρίς τα βαρίδια του παρελθόντος. Απαλλαγμένοι από στερεότυπα, τεχνικές και ιδεολογίες που γοήτευσαν στο παρελθόν αλλά σήμερα οδηγούν σε προβλήματα, είναι έτοιμοι να εξοικειωθούν με τη μεταβολή. Τουλάχιστον δεν τους τρομάζει, οπότε και δεν της αντιστέκονται. Την προσεγγίζουν, παλεύουν να την κατανοήσουν και συνήθως την απολαμβάνουν, οπότε μπορούν και να την αξιοποιήσουν. Καθετί καινούριο προκαλεί στους νέους ενθουσιασμό ενώ στους συντηρητικούς θλίψη και αντίδραση. Είναι τα «ανοιχτά μυαλά» που μας χρειάζονται, γιατί μπορούν να προτείνουν λύσεις ρεαλιστικές για τον περιορισμό των ελλειμμάτων, για την εξυγίανση των θεσμών που καταρρέουν, για τον εκδημοκρατισμό των κρατών και κυρίως της Ευρώπης, για τον περιορισμό των προβλημάτων που μας απειλούν, για την ανάπτυξη που μας λείπει. 
Τι χρειάζεται πλέον, ώστε οι νέοι πρωταγωνιστές να ανέβουν στη σκηνή; Κάτι απλό όσο και δύσκολο. Αρκετοί έφηβοι αναρωτιούνται για ποιο λόγο οι μεγαλύτεροι δεν προωθούν λύσεις που στα μάτια των ίδιων δείχνουν αναγκαίες και απλές. Αυτή η ομάδα νέων -αξιοσημείωτα πολυπληθής- δυσκολεύεται να δεχτεί ότι είναι η άγνοια και ο συντηρητισμός που εμποδίζει το κατεστημένο να δώσει λύσεις. Δυσκολεύεται να πιστέψει ότι ακόμα και άτομα που κατέχουν σημαντικές οικονομικές και πολιτικές θέσεις δε διαθέτουν τα εφόδια που απαιτεί η διαχείριση των σημερινών δεδομένων. Όταν αυτοί ή αρκετοί από αυτούς τους νέους συνειδητοποιήσουν το τέλος της πείρας ως αυθεντίας, δε θα αργήσουν να εξεγερθούν και να απαιτήσουν το ρόλο που τους ταιριάζει. Το ρόλο του πρωταγωνιστή. Άλλωστε το βιογραφικό τους δείχνει ότι τον αξίζουν. Το ζητούμενο είναι να το αποδεχτούν οι ίδιοι.

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Χαμένες βεβαιότητες (ii. Κι όμως, αλλάζει)


ii. Κι όμως, αλλάζει

Πιστεύουμε ότι αυτό που ζούμε είναι η πραγματικότητα. Δεν είναι κακό. Κακό είναι να πιστεύουμε ότι αυτό που ζούμε είναι μόνιμη πραγματικότητα. Μέχρι πριν λίγο, οι περισσότεροι είχαν παγιδευτεί στη συγκεκριμένη απάτη. Εγκλωβισμένοι στην αίσθηση ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει, στάθηκαν ανίκανοι να δουν εκείνο που ερχόταν. «Επένδυσαν» σε έναν κόσμο χαλαρότητας, άνεσης, αφθονίας, μετριότητας και κυρίως μονιμότητας που δεν τον συναντάει κανείς ούτε σε παιδικά κόμικς. Ο κόσμος αυτός χάθηκε οριστικά. Αυτό που ζούμε δεν είναι απλώς η κατάρρευση του οικονομικού μοντέλου που γνωρίσαμε. Είναι η κατάρρευση του κόσμου που γνωρίσαμε. Τίποτα πια δε θα είναι ίδιο με το παρελθόν, όμως οι περισσότεροι κινούνται στα όρια της μακάριας ηλιθιότητας αδυνατώντας να το αντιληφθούν ή αρνούμενοι να το αποδεχτούν. 
Ιστορικά, οποιαδήποτε σημαντική οικονομική μεταβολή δεν υπήρξε γεγονός απομονωμένο, αποκομμένο από τις υπόλοιπες εξελίξεις. Οι αλλαγές στο χώρο της οικονομίας ανέκαθεν συμπαράσερναν τα κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα κάθε εποχής. Η εμφάνιση της αγροτικής οικονομίας έφερε μαζί της την εδραίωση της αγροτικής κοινωνίας. Συγκεκριμένοι κοινωνικοπολιτικοί θεσμοί και δομές κλήθηκαν να υπηρετήσουν την οικονομική μεταβολή. Όταν η οικονομία έθεσε στο επίκεντρο τη βιομηχανική παραγωγή, ανάγκασε όλα τα δεδομένα να ανανεωθούν εκ νέου, για να καλύψουν τη νέα οικονομική πραγματικότητα. Έτσι γινόταν πάντα. 
Αυτό συμβαίνει και τώρα. Όμως, οι περισσότεροι λειτουργούν σαν πρωταγωνιστές σε φαρσοκωμωδία. Πιστεύουν ότι κάποια στιγμή θα εμφανιστεί κάποιος -αγνοούν ποιος- και θα τους ανακοινώσει γελώντας ότι όλα ήταν ένα αστείο που πάει και τέλειωσε. Το θέμα είναι ότι δεν είναι μόνο πολίτες όσοι παρακολουθούν αποσβολωμένοι τη μεταβολή. Και οι πολιτικοί κάνουν ακριβώς το ίδιο. Δηλαδή τίποτα! Οι τελευταίοι μάλιστα φαίνεται να περνούν κρίση ταυτότητας. Ταυτίζοντας, για δεκαετίες, τη δουλειά του πολιτικού με τους ασύστολους διορισμούς στο δημόσιο και τα ατελείωτα ρουσφέτια, τώρα που λεφτά δεν υπάρχουν και το δημόσιο περιορίζεται, καλούνται να ανακαλύψουν ποια είναι η πραγματική δουλειά του πολιτικού. Δράμα πολύ δραματικό. 
Λοιπόν, η κατάσταση έχει ως εξής είτε μας αρέσει είτε όχι. Οι δανειστές μας έχουν αναλάβει το καθήκον της επαναφοράς σε μια «τάξη» απαιτώντας τα δανεικά που μας έδωσαν, να μη γίνουν αγύριστα. Κάποιοι -πιθανώς κακοί και ύπουλοι συνωμότες- καλούνται να μας… προσαρμόσουν βίαια σε όσα η ανικανότητα του πολιτικού κόσμου δεν κατάφερε να πετύχει ήπια και ίσως πιο δίκαια. Το γεγονός -όχι υπόθεση- της ανάληψης της εξουσίας από τους δανειστές μας δείχνει ξεκάθαρα ότι όσοι πιστεύουν πως το χρήμα θα αρχίσει και πάλι να ρέει, πως οι μισθοί και οι συντάξεις σύντομα θα επανέλθουν στα πρότερα επίπεδα, πως το Δημόσιο θα ξαναδώσει δουλειά ξέγνοιαστη και χωρίς αξιολόγηση, θα διαψευστούν πιο οδυνηρά και από τον άπιστο Θωμά. 
Η ελληνική -και όχι μόνο- κοινωνία αλλάζει ριζικά, όχι επειδή το απαίτησαν οι πολίτες ούτε γιατί το επιδίωξαν κάποιοι φωτισμένοι ηγέτες. Αλλάζει, γιατί το απαιτούν νέα οικονομικά δεδομένα. Το πρόβλημα δεν είναι η αλλαγή. Το πρόβλημα είναι η ταχύτητά της. Αυτή δυσχεραίνει τη δυνατότητα των περισσοτέρων να πιστέψουν ότι αυτό που συμβαίνει είναι πιο αληθινό και από τα Ιμαλάια. Αυτό δικαιολογεί τις εμμονές που βλέπουμε γύρω μας. Πολιτικούς που αρνούνται να προωθήσουν αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, επιχειρηματίες που περιμένουν παθητικά τη βελτίωση της κατάστασης, οικονομολόγους που προσπαθούν με συνταγές του παρελθόντος να αντιμετωπίσουν προβλήματα που δεν έχουν καμιά σχέση με εκείνα του παρελθόντος. Η παλιά οικονομία, όμως, χάνεται δημιουργώντας, είναι η αλήθεια, εκατόμβες θυμάτων. Η κρίση κυοφορεί έναν καινούριο κόσμο και αυτός θα χρειαστεί διαφορετικές μεθόδους, αξίες, αντιλήψεις και θα αναδείξει τελείως διαφορετικά πρότυπα και σίγουρα αυθεντίες. Η παθητική αναμονή δεν είναι λύση. Ποτέ δεν ήταν. Η εμμονή σ’ αυτό που χάνεται οδηγεί στον αφανισμό με βεβαιότητα. 
Για αρκετές δεκαετίες οι περισσότεροι νέοι ξεκινούσαν τη ζωή τους με τον προβληματισμό «πού θα βρω δουλειά;». Οι περισσότεροι έβρισκαν, γιατί δουλειές υπήρχαν κι αν δεν υπήρχαν όλο και κάποιος πολιτικός θα δημιουργούσε μια άχρηστη για την οικονομία και την κοινωνία, χρήσιμη όμως γι αυτούς θεσούλα στο δημόσιο. Το πρόβλημα είναι ότι στον κόσμο που διαμορφώνεται, πολλές από τις παραδοσιακές δουλειές δε θα υπάρχουν. Θα υπάρξουν σίγουρα καινούριες και κάποιοι θα τις προτείνουν, οπότε και οι σημερινοί νέοι πιθανώς είναι καλύτερο να ξεκινούν τη ζωή τους με τον προβληματισμό «τι δουλειά θα δημιουργήσω;».

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Χαμένες βεβαιότητες (i. Το σκηνικό)

i. Το σκηνικό
Θα σταματήσει ποτέ ο κόσμος να παίζει στο χρηματιστήριο, να διασκεδάζει, να καταναλώνει ακόρεστα ακριβά ρούχα, αυτοκίνητα, αρώματα, κινητά; Θα σταματήσουν ποτέ οι γονείς να πληρώνουν για να σπουδάσουν τα παιδιά τους; Θα σταματήσει ποτέ ο κόσμος να πηγαίνει διακοπές, να χρησιμοποιεί πετρέλαιο για να ζεσταθεί; Θα σταματήσει ποτέ το Δημόσιο να απορροφά τον κάθε τεμπέλη, «κατατρεγμένο», μέτριο, ανίκανο και ανεύθυνο και μάλιστα να τον ακριβοπληρώνει; Λίγους μήνες πριν, αν κάποιος απαντούσε «ναι, όλα αυτά σύντομα θα σταματήσουν», θα τον θεωρούσαν τρελό, απαισιόδοξο, δραματικό. Αν απλώς αδιαφορούσαν γι αυτόν, θα ήταν εξαιρετικά τυχερός. Το πιθανότερο θα ήταν να τον πάρουν με τις πέτρες και τα ξύλα ή με ό,τι τέλος πάντων είχε εύκαιρο ο καθένας. Θα τον λοιδορούσαν μέχρι εξευτελισμού. Με απλά λόγια ελάχιστοι θα τον έπαιρναν στα σοβαρά. Οι περισσότεροι ήταν, μέχρι και λίγους μήνες πριν, έτοιμοι να σκοτώσουν τον αγγελιαφόρο. Κι όμως, αποδείχτηκε ότι αυτοί οι αγγελιαφόροι ήταν οι μόνοι σοβαροί. Ούτε απαισιόδοξοι ούτε δραματικοί. Απλώς σοβαροί. Θέσεις, που λίγο πριν δήλωναν με απόλυτο τρόπο τη σιγουριά ότι ο κόσμος που ζούσαμε δε θα άλλαζε ποτέ, αποδείχτηκαν ανυπόστατες. Οι περισσότεροι τα πήγαν πολύ χάλια στις προβλέψεις τους. Φταίει ότι το κληρονομικό χάρισμα δίνεται σε λίγους. Μέχρι «χθες» παρόμοιες αντιλήψεις αποτελούσαν βεβαιότητες. Σήμερα αποτελούν απλώς... παρελθόν. Ο κόσμος σταμάτησε να παίζει στο χρηματιστήριο, να διασκεδάζει, να υπερκαταναλώνει, να πηγαίνει διακοπές. Ακόμα και οι σπουδές των παιδιών έπαψαν να αποτελούν βεβαιότητα. Το πετρέλαιο αποτελεί είδος πολυτελείας και το Δημόσιο κλείνει τις πύλες των διορισμών ενώ ήδη ανοίγει κάποιες άλλες δείχνοντας την έξοδο σε κάποιους. Έκπληξη! Βασικά δεδομένα του κόσμου που γνωρίζαμε εξαφανίστηκαν. Αρκετά ακόμα θα χαθούν. Ζήσαμε ένα παραμύθι. Μακρινό πλέον. Πιστέψαμε σε θεούς που δεν υπάρχουν πια. Η αίσθηση της αισιοδοξίας έχει δώσει τη θέση της στη μιζέρια, την απαισιοδοξία, την κατάθλιψη. Τις μέρες χαράς διαδέχτηκαν μέρες λύπης. Σκωτσέζικο ντους! Κάτι δεν πήγε καλά. Φανήκαμε αδύναμοι να εκτιμήσουμε σωστά τις καταστάσεις. Και τώρα αποδεικνύεται ότι οι λίγοι είχαν δίκιο ενώ οι πολλοί βρίσκονταν σε πλάνη. Γι αυτούς είναι αργά. Ο κόσμος που χάθηκε δε θα επανέλθει. Όσα μνημόνια κι αν υπογραφούν, όσα μέτρα λιτότητας κι αν ληφθούν δε θα καταφέρουν να αναστήσουν τα δεδομένα του πρόσφατου παρελθόντος. Όσοι περιμένουν ότι οι θυσίες θα μας ξαναδώσουν την ευφορία και την αφθονία που χάσαμε, μάλλον θα διαψευστούν για μια ακόμα φορά. Ωραία (δηλαδή, όχι και τόσο ωραία) αλλά η ζωή δε σταματάει εδώ (αυτό, αναμφισβήτητα, είναι ωραίο). Ο κόσμος που ζήσαμε πέθανε (Σνιφ!) κι εμείς τον κλάψαμε αρκετά (Κλαψ!), τα δάκρυα στέρεψαν (Λυγμ!). Είναι καιρός να αφήσουμε την κλάψα και να στρωθούμε στη δουλειά. Αν κάτι θετικό μπορεί να προκύψει από τη σημερινή κατάσταση, αυτό δεν είναι παρά η διδασκαλία από τα λάθη και τις αβλεψίες που μας οδήγησαν εδώ. Κι αυτά δεν ήταν λίγα. Η αυτοκριτική να περάσει πρώτη. Αμέσως μετά να δώσει τη θέση της στην κριτική. Το αντίθετο είναι λάθος. Γιατί όταν κάποιος επιθυμεί σπατάλες χωρίς μέτρο αλλά δουλειά με μέτρο, πρέπει να την κάνει την αυτοκριτική του. Δεν μπορεί απλώς να αναζητά, εν είδη Σέρλοκ Χολμς, ενόχους για την κατάντια του. Ναι, να ρίξουμε τα περισσότερα βάρη στους πολιτικούς αλλά να σκεφτούμε και ποιος τους έδωσε την εξουσία και την άνεση να κάνουν τόσα λάθη; Εννοείται ότι όλοι δεν έχουν το ίδιο μερίδιο ευθύνης για την κρίση. Εννοείται ότι οι πολιτικοί έχουν το (κατά πολύ) μεγαλύτερο. Γιατί ο πολιτικός, όπως και ο γονιός ή ο δάσκαλος υπάρχει για να δείχνει το δύσκολο δρόμο της αρετής και της ευημερίας κι όχι τον εύκολο της κακίας και της καταστροφής. Οι πολίτες είναι σαν τα παιδιά. Η έλλειψη Τάξης και Μέτρου από την εξουσία, η ασυδοσία και η αυθαιρεσία των πολιτικών δεν τους κάνει καλύτερους. Τους κάνει -όπως περίτρανα αποδείχτηκε- ασυνείδητους και οκνηρούς. Απλώς θα χρειαστεί να προσέξουμε λίγο παραπάνω τις επιλογές μας την επόμενη φορά. Εκείνοι που έβλεπαν τις εκλογές από τον καναπέ, είναι καιρός να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Μάλλον οι «άλλοι» που αποφάσιζαν γι αυτούς, δεν το έκαναν και πολύ σωστά… Το παλιό σκηνικό ξεστήθηκε με πολύ βίαιο κι εντελώς απρόσμενο τρόπο. Ένα καινούριο ετοιμάζεται να στηθεί, για να υποδεχτεί μια παράσταση καινούρια, τελείως διαφορετική από ό,τι έχουμε μέχρι στιγμής παρακολουθήσει. Οι παλιοί πρωταγωνιστές «σφάζονται» για τους καινούριους ρόλους. Νέοι αρχίζουν να εμφανίζονται και να διεκδικούν. Η αισιοδοξία βρίσκεται με βεβαιότητα ακριβώς εδώ, αφού για τη διανομή των ρόλων στην παράσταση που στήνεται, μπορούμε να αποφασίσουμε εμείς. Οι παλιές βεβαιότητες χάθηκαν. Μένει να δημιουργήσουμε καινούριες, ελπίζω πιο ανθρώπινες. Προϋπόθεση γι αυτό, η προετοιμασία και η μελέτη του έργου που είναι σχεδόν έτοιμο να προβληθεί.

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Μάνα παρωδία

  Η κυρία που κάθεται απέναντί μου ακούει με προσοχή. Είναι μάνα κόρης πρώτης Λυκείου και ενδιαφέρεται να παρακολουθήσει το μάθημά μου. Την ενημερώνω για τις ώρες και τις απαιτήσεις του μαθήματος. Η κυρία δεν με ακούει πια με τόση προσοχή, γίνεται όλο και πιο ανήσυχη και κάποια στιγμή με ύφος απολογητικό μου λέει: «Ξέρετε, η κόρη μου δεν είναι ακόμα συμμαζεμένη, έχει το μυαλό της στις διακοπές, ασχολείται πολύ με το Facebook και με τις ώρες προετοιμάζεται για τις εξόδους της. Δεν ξέρω αν θα αντέξει τόσες υποχρεώσεις…». Την κοιτάζω έκπληκτος. Σκέφτομαι, Οκτώβριο μήνα η κόρη έχει ακόμα το μυαλό της στις διακοπές; Και ποιες διακοπές; Εκείνες που πέρασαν ή αυτές που έρχονται; Και επειδή όσα σκέφτομαι δεν τα κρατάω για προσωπική χρήση, της λέω: «Κυρία μου, η κόρη σας δεν ενδιαφέρεται για μάθημα αλλά για… άλλα πράγματα. Έχουμε, βέβαια, εδώ μέσα κάτι καλά παλικάρια αλλά δεν μπορώ να εγγυηθώ το παραμικρό…». Ήμουν σίγουρος ότι δε θα έβλεπα ποτέ ξανά τη συγκεκριμένη μάνα. 
  Λίγο καιρό πριν άκουγα μια άλλη μάνα. Εκείνη βρισκόταν σε απόγνωση, γιατί ο γιος της σπαταλούσε το χρόνο του στο Facebook και σε διαδικτυακά παιχνίδια, οπότε και δεν έβρισκε χρόνο για… διάβασμα. Όταν της πρότεινα να αφαιρέσει τον υπολογιστή από το δωμάτιο του γιου της, έντρομη μου δήλωσε ότι σε αυτήν την περίπτωση θα γίνει χαμός και ότι ο μοσχαναθρεμμένος της θα πέσει σε κατάθλιψη. Της είπα ότι τότε δεν υπάρχει λύση, οπότε το ξανασκέφτηκε. Χαμογέλασε και ήρεμη πλέον μου πέταξε τη χλαπάτσα κατάμουτρα: «Εντάξει, θα πάρω τον υπολογιστή. Ευτυχώς έχει το playstation»… 
  Όλο και πιο συχνά έρχομαι αντιμέτωπος με μάνες εφήβων που δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Μανάδες που δε διαθέτουν το κριτήριο του «καλού» ή του «κακού» για τη διαπαιδαγώγηση αλλά και την αντίληψη της δομής που πρέπει να χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη διαδικασία. Τα παιδιά τους ζουν χωρίς όριο. Το καλοκαίρι ξενυχτάνε μέχρι τα παράωρα, γιατί «καλοκαίρι είναι». Το φθινόπωρο σπαταλούν το χρόνο τους στον υπολογιστή, γιατί «φθινόπωρο είναι». Περνούν το χειμώνα με το κινητό στο χέρι, ώστε να τελειώσουν τα δέκα χιλιάδες λεπτά ομιλίας και τα δεκαεπτά χιλιάδες sms που τους παρέχει η εταιρεία κινητής, γιατί φαντάζομαι «χειμώνας είναι». Την άνοιξη την περνούν μπροστά στον καθρέφτη, γιατί «άνοιξη είναι» και όλοι ξέρουμε πού το έχουν τότε το μυαλό τους οι έφηβοι. 
  Όλα αυτά πολλές μάνες τα αντιμετωπίζουν πιο παθητικά κι από κουφή χελώνα που σκάει βόμβα δίπλα της. Δεν αντιδρούν. Δεν κάνουν τίποτα. Ή μάλλον κάνουν. Παρακολουθούν την καταστροφή των παιδιών τους βήμα προς βήμα με τη δικαιολογία «ε, παιδιά είναι, θα μεγαλώσουν και θα ωριμάσουν». Αμ δε, που θα ωριμάσουν. Γιατί η ρημάδα η ωριμότητα δεν είναι έμφυτο χαρακτηριστικό που εμφανίζεται σε συγκεκριμένη ηλικία. Ή παλεύεις και την αποκτάς ή δεν παλεύεις και τη βλέπεις με τα κιάλια σε όλη τη ζωή σου. Και εδώ ακριβώς έρχεται ο ρόλος της μάνας. Η μάνα θα θέσει τα όρια στο τι ώρα θα βγει το παιδί, τι ώρα θα επιστρέψει, τι ώρα θα κοιμηθεί, τι ώρα θα διαβάσει και κάποτε πώς θα ντυθεί. Αν η μάνα -σπάνια περίπτωση- βρει τα σκούρα, τότε μπορεί να καταφύγει στο μεγάλο, διαχρονικό κόλπο: «τώρα, θα τα πω στον πατέρα σου»! 
  Ζούμε μια κοσμοϊστορική στιγμή. Βιώνουμε το θάνατο της ελληνίδας μάνας. Δεν εννοώ ότι με κάποιον τρόπο όλες οι ελληνίδες μάνες θα δουν μονομιάς τα ραπανάκια ανάποδα. Εννοώ ότι η ελληνίδα μάνα ως θεσμός, ως σημείο αναφοράς, ως στήριγμα της δομής της οικογένειας και κυρίως των παιδιών εξαφανίζεται με ρυθμούς πιο γρήγορους και από την caretta caretta. Η μάνα που έβαζε σε τάξη τα μέλη της οικογένειας, που έβρισκε τον τρόπο να διατηρήσει ισορροπίες, να μετατρέψει τον πόνο σε χαρά, την ένταση σε ηρεμία, χάνεται. Όλο και πιο συχνά, μανάδες που έχουν παρανοήσει το ρόλο τους και την έννοια του «σύγχρονου», επιθυμούν να είναι «φίλες» των παιδιών τους. Οι φίλοι, όμως, πρέπει να είναι συνομήλικοι. Η μάνα πρέπει να είναι μάνα. Τα υπόλοιπα είναι βλακείες. Τα παιδιά, παρά τον παροδικό θυμό που θα τους προκαλέσει η απαγόρευση, παρά την γκρίνια που θα φέρει το όριο, ξέρουν να εκτιμούν. Κυρίως ξέρουν να αμφισβητούν. Και η πρώτη που θα αμφισβητήσουν είναι η μάνα-παρωδία που τα αφήνει να ντύνονται σαν τραγουδιάρες β΄ διαλογής, που κάνει χαρούλες όταν παρακολουθεί τα τουρκικά σήριαλ παρέα με το σαχλοκούδουνο που λέγεται κόρη της, που αδυνατεί να πει «όχι» σε κάθε παράλογη απαίτηση του παιδιού, που σέρνει το παιδί για εκδρομή ενώ αυτό έχει σχολείο, εξετάσεις, υποχρεώσεις. 
  Μάνα σημαίνει πόνος. Και δεν είναι ο πόνος της γέννας. Αυτός με επισκληρίδιο μπορεί και να αποφευχθεί. Ο πόνος της μάνας είναι διαρκής και είναι πόνος που πηγάζει από αγάπη για το παιδί της και κυρίως από τη διάθεσή της να το καθοδηγεί, να το περιορίζει και να συγκρούεται με αυτό. Αυτό είναι μάνα. Το άλλο είναι ανοησία και τα παιδιά το γνωρίζουν καλά. Και όταν το παιδί αντιμετωπίσει -σίγουρα κάποια στιγμή θα συμβεί- δυσκολίες και αποτυχίες, πιθανότατα θα σκεφτεί ότι αντί για μάνα τού έλαχε μια παρωδία που απλώς προετοίμασε τη δική του τραγωδία.

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Θεωρίες Ελληνικής Συνωμοσίας! -Κωδικός: Μετανάστευση-

Ιστορικά η πορεία της Ελλάδας καθορίστηκε από δυο παραμέτρους. Η μία είχε να κάνει με τον ηρωισμό, τη λεβεντιά, το φιλότιμο και την ασύγκριτη ευφυΐα μας. Εννοείται ότι όλα αυτά τα ωραία που διαθέτουμε συνδέθηκαν ανέκαθεν με κατακτήσεις κάθε είδους, την αντίστοιχη πρόοδο που επέφεραν και με μια λαμπρότητα που προκαλεί ρίγη. Η άλλη είχε να κάνει με μια παγκόσμια συνωμοσία που ανέκαθεν εξυφαινόταν εναντίον μας. Αυτή προωθείται από «σκοτεινά» πολιτικοοικονομικά κέντρα που δρουν εν αγνοία μας(;) και, κατά καιρούς, μας ψεκάζουν με κάτι, προσπαθώντας να περιορίσουν την ελευθερία μας, την ανάπτυξή μας και τελικά να μας αφανίσουν, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Εννοείται ότι σ’ αυτή οφείλονται όλα τα δεινά που ζήσαμε από τη εποχή της μάχης Θεών και Τιτάνων μέχρι την πρόσφατη -μια ακόμα- πτώχευση. 
Οι σκοτεινοί, βδελυροί και αόρατοι «ξένοι» πίστευαν ότι έχουν να κάνουν με κανένα «εθνάκι» της πλάκας σαν εκείνα τα γεννημένα για δευτεράντζες, τα πλασμένα να ζουν στη σκιά του εκτυφλωτικού φωτός μας. Αυτό πίστευαν και συνεχίζουν να το κάνουν. Κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου, ανίκανοι να αντιληφτούν την Ελληνική Συνωμοσία που κυοφορούταν και προετοιμαζόταν. Όμως, έφτασε η ώρα να πάρουμε το αίμα μας πίσω και θα πάρουμε και περισσότερο μπας και καλύψουμε τις ανάγκες σε αίμα που έχουν τα νοσοκομεία μας. Αν η εκδίκηση είναι πιάτο που τρώγεται κρύο, εμείς θα το γευτούμε μπούζι, παγωμένο αλλά άξιζε την υπομονή. 
Δε θα υπάρξει φυλή, έθνος, λαός, πόλη, χωριό, αυθαίρετος οικισμός που δε θα υποκλιθεί στην εγγενή ανωτερότητά μας. Μετά από αυτό τα κλειδιά του πλανήτη, του σύμπαντος ολόκληρου θα μας ανήκουν δικαιωματικά. Η πιο ύπουλη και ευφυής συνωμοσία της ιστορίας! 
Λοιπόν, ήταν απλό. Τι κάναμε για τρεις περίπου δεκαετίες; Σχεδιάζαμε και ετοιμαζόμασταν για την τελική λύση. Οι κουτόφραγκοι είχαν την αίσθηση ότι ξυνόμασταν, τεμπελιάζαμε, τρώγαμε τα έτοιμα υποθηκεύοντας το μέλλον μας με κάθε δάνειο που απλόχερα -είναι η αλήθεια- μας πρόσφεραν. Αμ δε που ήταν έτσι! Οι Έλληνες -δηλ. εμείς- είχαμε σχέδιο μακρόπνοο. Οδηγήσαμε την οικονομία σε καταστροφή, πήραμε διαζύγιο από την αξιοκρατία, προωθήσαμε τη μετριότητα παντού. Κυρίως όμως ανοίξαμε τις πύλες της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε κάθε αναλφάβητο. Δημιουργήσαμε γιατρούς ικανούς να πεθάνουν ακόμα κι εκείνον που στη ζωή του δε χρειάστηκε μια ασπιρίνη. «Καταρτίσαμε» εκπαιδευτικούς πιο αγράμματους κι από την αγραμματοσύνη, μηχανικούς που μπερδεύουν το κατσαβίδι με το πριόνι, δικηγόρους που αδυνατούν να ξεμπερδέψουν τη γλώσσα τους -πόσο μάλλον την υπόθεση του πελάτη τους- και γενικά «προετοιμάσαμε» ανειδίκευτους ειδικούς σε κάθε κλάδο. 
Τα επόμενα, ακόμα και το πιο νερουλό μυαλό, τα φαντάζεται. Προκαλέσαμε ανεργία, φτώχεια, στασιμότητα, έλλειψη προοπτικής. Πολλοί πιστεύουν ότι αυτό είναι το τέλος. Χα!!! Αυτό δεν είναι παρά η αρχή μιας νέας, μεγαλειώδους περιόδου του ελληνισμού. Μπροστά σε όσα έπονται ο Πέμπτος αιώνας θα ωχριά, θα δείχνει Μεσαίωνας απέναντι στην Αναγέννηση. Μένουν οι τελευταίες πινελιές. Η κρίση που εκούσια -όχι ακούσια- προκαλέσαμε πυροδοτεί ήδη αλυσιδωτές αντιδράσεις με πρώτη και καλύτερη τη μετανάστευση. Όλοι αυτοί οι ανειδίκευτοι και σχεδόν αγράμματοι ειδικοί που με τόσο κόπο προετοιμάσαμε θεωρούν ότι το πτυχίο που έχουν στα χέρια τους είναι αξιόλογο και ακριβοθώρητο εφόδιο. Πιστεύουν ότι πιστοποιεί υπεράνθρωπες ικανότητες, οπότε και δε συμβιβάζονται με την ενδοχώρια μιζέρια. Θεωρούν ότι είναι για μεγαλεία κι όχι για τον «μπίθουλα» που τεχνηέντως προκαλέσαμε. Και τι θα κάνουν αυτοί; Μα πολύ απλά θα μεταναστεύσουν -ήδη το κάνουν- σε πιο αναπτυγμένες κοινωνίες, όπου οι ευκαιρίες για ανάδειξη των δυνατοτήτων τους … περιμένουν! 
Ωραία! Τώρα απλώς αναμένουμε. Η μαζική μετριότητα που εξάγουμε θα λειτουργήσει ως Πέμπτη φάλαγγα, ως μικρόβιο στον οργανισμό των κοινωνιών της Δύσης και της Ανατολής. Όταν οι ανειδίκευτοι ειδικοί ενταχθούν στην παραγωγική διαδικασία αυτών των κοινωνιών, θα αρχίσουν να κάνουν τη δουλειά. Και τι δουλειά μπορούν να κάνουν; Μα φυσικά ό,τι σχετίζεται με μετριότητα, κουτοπονηριά, λαϊκισμό, τεμπελιά και όλα αυτά τα υπέροχα που γευτήκαμε τόσα χρόνια τώρα. Κι αν αρχίσουν να το κάνουν αυτό, ποιο θα είναι το αποτέλεσμα; Μα πολύ απλά η στασιμότητα και των άλλων κοινωνιών. Ευφυές!!! Μπορεί έτσι εμείς να μην αναπτυσσόμαστε αλλά δε θα επιτρέψουμε και στους άλλους να το κάνουν. Κάποια στιγμή θα τους κάνουμε σαν τα μούτρα μας κι όλα καλά και ωραία. «Κωδικός μετανάστευση» αποκαλείται το σχέδιο στους κύκλους των Ελλήνων συνωμοτών. 
Και έρχονται μετά κάποιοι και λένε ότι η μετανάστευση δεν είναι λύση και ότι χάνουμε τα υπέροχα μυαλά. Μωρέ, έχασε η Βενετιά βελόνι, γιατί αν τόσα υπέροχα μυαλά διαθέταμε, δε θα φτάναμε εδώ που φτάσαμε, γιατί το υπέροχο μυαλό αντιστέκεται, έρχεται σε ρήξεις, καινοτομεί και με βεβαιότητα δεν το κάνει αγωνιώντας για μια θέση στο Δημόσιο.

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

Μωρέ, θα τον κάνω Μουσουλμάνο!

Η ανακοίνωση των βάσεων για τα ΑΕΙ κάθε χρόνο κρύβει εκπλήξεις. Είναι μάλιστα απορίας άξιον πώς οι «αλογομούρηδες» και οι «στοιχηματζήδες» άφησαν το πράγμα ανεκμετάλλευτο! Άσχημο θα ήταν ένα «πάμε στοίχημα στις βάσεις» με αποδόσεις χρυσάφι; 
Αφήνω το θέμα στους ειδικούς και επανέρχομαι. 
Φέτος οι βάσεις είχαν, ανάμεσα στις άλλες, και μια έκπληξη πρώτου μεγέθους. Ανάμεσα σε βαθμούς, ειδικές κατηγορίες και πιο ειδικές υποκατηγορίες υπήρχαν και βαθμοί εισαγωγής «Μουσουλμάνων»... 
Οι Μουσουλμάνοι βρέθηκαν και σε σχολές υψηλής ζήτησης με βαθμούς ονειρεμένους. Στη Νομική με 6000 μόρια, στο Μαθηματικό με 3292, στην Οδοντιατρική με 9150 και στους Ηλεκτρολόγους του ΕΜΠ με 4220! Την ίδια στιγμή, κάποιοι άλλοι χρειάζονταν 18000 και 19000 μόρια για τις ίδιες σχολές. Είχαμε συνηθίσει στην ειδική μεταχείριση Πολυτέκνων, Τριτέκνων, τέκνων μονογονεϊκών οικογενειών και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Προσωπικά, δεν έχω καταλάβει για ποιο λόγο ο πολύτεκνος πρέπει να εισάγεται σε σχολή με λιγότερα μόρια από τους υπολοίπους. Μήπως γίνεται αυτό, επειδή στο σπίτι του κυριαρχεί πανδαιμόνιο που δεν αφήνει τον υποψήφιο να συγκεντρωθεί στο διάβασμα; Δε θα ήταν πιο σοβαρό η Πολιτεία να ενισχύει οικονομικά όσα παιδιά έχουν ανάγκη, ώστε να παρακολουθούν φροντιστήρια; Αυτό που γίνεται σήμερα συνθέτει κατάφωρη αδικία για τους υπολοίπους. 
Ακόμα, βέβαια, αδυνατώ να συλλάβω για ποιο λόγο χρειαζόμασταν μια ειδική κατηγορία Μουσουλμάνων. Έχουν σκεφτεί οι υπεύθυνοι ότι το συγκεκριμένο μπορεί να αποτελέσει αφορμή τα επόμενα χρόνια για μαζική στροφή εφήβων στο Μωαμεθανισμό; Το βρίσκετε απίθανο; Να μην το βρίσκετε καθόλου, γιατί ήδη έχουμε δει παρόμοιες καταστάσεις. Είδαμε υγιέστατα παιδιά να εμφανίζονται ως δυσλεκτικά για να δώσουν προφορικές εξετάσεις, στις οποίες η βαθμολόγηση είναι πιο επιεικής. Έχουμε δει μαζικές εγγραφές σε Εσπερινά, Βραδινά ή Κρυφά Σχολεία, επειδή οι υποψήφιοί τους εισάγονται με πολύ χαμηλές βάσεις. Γιατί, λοιπόν, να μη δούμε και στροφή στη συγκεκριμένη θρησκεία; Νομίζετε ότι λίγοι το σκέφτονται ήδη; 
Μπορεί, βέβαια, η Πολιτεία να έχει στόχο. Παρακολουθώντας τα εκλογικά ποσοστά της ακροδεξιάς να ανεβαίνουν πιο γρήγορα και από το χρέος της Ελλάδας προς τους κακούς δανειστές της, σκέφτεται: «Αν αρκετοί ασπαστούν το Μωαμεθανισμό, σιγά και μην ψηφίσουν ξανά ακροδεξιά κόμματα». Γιατί η ακροδεξιά, όπως ξέρετε, ούτε να τους δει ούτε να τους ακούσει τους Μωαμεθανούς, είτε κανονικούς είτε «μαϊμού». 
Ό,τι και να κρύβεται πίσω από την απόφαση όμως, δεν παύει να την καθιστά ανυπόφορα άδικη. Αν δίνεται μια τέτοια ευκαιρία στους Μουσουλμάνους, γιατί να μη δίνεται και σε οπαδούς άλλων θρησκειών; Δηλαδή, οι Βουδιστές, οι Ταοϊστές, οι Ινδουιστές, οι οπαδοί του Άστρου του Δαυίδ αλλά και οι δικοί μας οπαδοί του Δωδεκάθεου στο πηγάδι «έκαναν την ανάγκη τους»; (Πω πω!!! Πόσο ωραία απόφυγα την παλιοκουβέντα!!!). Τα παιδιά όλων αυτών των πιστών είναι παιδιά ενός κατώτερου Θεού (Πω πω!!! Πόσο εύκολα αντιγράφω σοφές φράσεις άλλων!!!) και δεν πρέπει να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες; 
Να το δω και πιο σφαιρικά. Για ποιο λόγο άραγε να διευκολύνονται μόνο οι υποψήφιοι συγκεκριμένων θρησκειών; Μήπως οι ειδικές κατηγορίες να διευρυνθούν πάραυτα αξιοποιώντας και άλλα κριτήρια; Δε θα ήταν δίκαιο να υπάρξει ειδική κατηγορία για παιδιά που γεννήθηκαν μέρα κατά την οποία ο Ερμής ήταν ανάδρομος; Δε θα έδειχνε ευαισθησία η θέσπιση ειδικής κατηγορίας για παιδιά που ματιάζονται εύκολα; Ή μήπως θα φαινόταν σε κάποιον παράλογη μια ειδική κατηγορία για παιδιά που τους αρέσουν οι μπάμιες (μπλιαχ!); 
Πολύ πρωτοποριακές κινήσεις για μια χώρα με πολιτικούς συντηρητικούς και φαντασία επιπέδου οδοστρωτήρα, οπότε ας μείνουμε στα δεδομένα. Και τα δεδομένα λένε ότι οι Μουσουλμάνοι εισάγονται στα ΑΕΙ με πολύ χαμηλές βάσεις, οπότε ας μας απασχολήσει πώς μπορεί κανείς να γίνει Μουσουλμάνος. Γνωρίζω ότι για να εμφανιστεί κάποιο παιδί ως δυσλεκτικό απαιτείται «χαρτί» από γιατρό. Το να παρουσιαστεί ως Μουσουλμάνος όμως, μάλλον δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα γιατρού. Ίσως η αποστήθιση του Κορανίου να είναι προαπαιτούμενο. Λογικό μου φαίνεται. Αντί το παιδί να καθίσει να αποστηθίσει σελίδες επί σελίδων διαφόρων μαθημάτων, ας στρωθεί να μελετήσει το Κοράνι. Ίσως αρχίσουν να κυκλοφορούν και «βοηθήματα» με SOS θέματα και ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής για ταχύρρυθμο εκμωαμεθανισμό.
Προσωπικά και μέχρι να εντοπίσω τις λεπτομέρειες, δε χάνω χρόνο. Ήδη έχω αγοράσει ένα καταπληκτικό χαλάκι προσευχής για το γιο μου που κοντεύει στις πανελλαδικές ως δώρο για τα γενέθλιά του που πλησιάζουν ενώ για την περίοδο των σχολικών καταλήψεων έχω προγραμματίσει ταξίδι στη Μέκκα. Γιατί να αφήσω το παιδάκι μου να μπλεχτεί με τη μελέτη, την ουσιαστική προσπάθεια, τον προγραμματισμό, την απόκτηση γνώσεων για την εισαγωγή του σε μια σχολή; Γιατί να το αφήσω να αναλάβει ευθύνες και να αντιληφτεί τα όριά του, αντί να βαδίσω τον εύκολο δρόμο; Μωρέ, θα τον κάνω Μουσουλμάνο, να τελειώνει η υπόθεση!

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

DNA με ημερομηνία λήξης!


Για το DNA των Ελλήνων φαντάζομαι ότι έχετε ακούσει πολλά! Μάλλον, υπερβολικά πολλά! «Είμαστε γεννημένοι για να είμαστε πρώτοι», «οι Έλληνες έχουν τις νίκες γραμμένες στο DNA τους» και άλλα τέτοια περισπούδαστα, βαθυστόχαστα, δηλωτικά της μοναδικής ευφυΐας μας και... φυσικά, απολύτως επιστημονικά τεκμηριωμένα. Οι αποδείξεις πολλές! Μάλλον υπερβολικά πολλές κι αυτές. Ποιος άλλος λαός έχτισε Παρθενώνα; Ε; Ποιος έγραψε έπη στο Μαραθώνα, στη Σαλαμίνα, στις Θερμοπύλες, στο Σούλι, στο Μεσολόγγι, στο Χάνι της Γραβιάς, στο Γοργοπόταμο, στη Eurovision..., για να θυμηθώ ορισμένες μόνο από τις λαμπρές σελίδες της ιστορικής πορείας του έθνους; Ε; Ποιος; 
Για να μη σας βάζω τώρα σε νοητικές περιπέτειες -τις οποίες αρκετοί καθόλου ανέχεστε-, η απάντηση είναι μία και μοναδική και δεν είναι παρά ένα βροντερό και... ηχηρό ΟΧΙ! Οι «άλλοι» (υποτιμητικό) δεν έγραψαν τέτοιες εποποιίες. «Αυτοί» (υποτιμητικό) κάτι κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας, κάτι... κοντές πυραμίδες, κάτι ξυλάγγουρους πύργους του Άιφελ, κάτι πύργους της Πίζας που φοβάσαι να περάσεις από κάτω, επειδή γέρνουν επικίνδυνα, κάτι μαγευτικά σαχλές όπερες, κάτι βρομοπαλάτια στιλ Λούβρου και άλλα βρομομνημεία διάσπαρτα σε όλη την οικουμένη, κάτι παλιοεξελίξεις και ψιλοεφευρέσεις σε θέματα Γενετικής, Πληροφορικής, Φυσικής, Χημείας, κάτι χαζοεπιτεύγματα σε θέματα Οικονομίας και γενικά... χάλια μαύρα και παντελώς ανάξια λόγου και προσοχής. Με απλά λόγια, απλώς μικροπράγματα «αυτοί» οι «άλλοι» (και τα δυο με υποτιμητικό τρόπο). 
Λοιπόν, νομίζω ότι τα τεκμήρια της γενετικής ανωτερότητάς μας είναι αδιάσειστα και μόνο άνθρωποι τυφλοί -νοητικά- και κακεντρεχείς και με υψηλό πυρετό που δεν τους αφήνει να ηρεμήσουν, αρνούνται ή αδυνατούν να τα δουν και να τα αποδεχτούν. Όλα αυτά, εμένα που ανήκω στο συγκεκριμένο έθνος και στην Παιδεία του, με κάνουν εξαιρετικά υπερήφανο και χαρούμενο και γενικά μου σηκώνεται η τρίχα κάγκελο κάθε που σκέφτομαι την τιμή που μου έλαχε. Κάποτε είχα περάσει μια περίοδο προβληματισμού και σκεφτόμουν μήπως δεν έπρεπε να «παίρνω και τόσο ψηλά τον αμανέ» και να «καβαλάω το καλάμι», επειδή είναι λίγο... τυχαίο το ότι ανήκω στο ελληνικό έθνος και δεν ανήκω σε ένα άλλο διπλανό. Είχα κοντέψει, όμως, να πάθω κατάθλιψη και πολύ γρήγορα εγκατέλειψα τέτοιους προβληματισμούς. Στο κάτω κάτω, σκέφτηκα ότι εξίσου ή και (αμαρτία που το γράφω τώρα) περισσότερο χαρούμενος θα ένιωθα κι αν κέρδιζα ένα βαρβάτο τζόκερ. Κι αυτό τυχαίο θα ήταν αλλά καθόλου θα μετρίαζε τη χαρά μου. 
Την κατάθλιψη μπορεί τότε να τη γλύτωσα παραμερίζοντας απλώς κάποιους προβληματισμούς. Έβαλα το «μακάριοι οι πτωχοί στο πνεύμα» σε πράξη και ησύχασα. Νέες παλιοσκέψεις, όμως, εμφανίζονται διαρκώς στον ορίζοντα απειλώντας να διαταράξουν τη μακαριότητά μου. Από τη μια, τα οικονομικά. Πώς εμείς, ο πιο προικισμένος λαός φτάσαμε εδώ που φτάσαμε; Πώς γίνεται η πληρωμή των μισθών, των συντάξεων, των επιδομάτων μας να εξαρτάται από την κάθε Γερμανία, την κάθε τρόϊκα, τρίλιζα, φιδάκι, γκρινιάρη και δε συμμαζεύεται; Έθνη και λαοί, που ακόμα θα ζούσαν στα δέντρα και στις σπηλιές και θα έτρωγαν ο ένας τον άλλον, αν δεν ήμασταν εμείς να τους κατεβάσουμε από τα δέντρα και να τους βγάλουμε από τις σπηλιές και να τους μάθουμε να τρώνε βλίτα και κουτόχορτο, ώστε να μην τρώνε ο ένας τον άλλον, γίνεται να επεμβαίνουν τώρα και να ρυθμίζουν καθοριστικά τα εσωτερικά μας; 
Κι άντε, τα οικονομικά. Σκέφτομαι ότι εμείς ήμασταν ανέκαθεν πολύ λάρτζ λαός και ποτέ δεν ασχοληθήκαμε με τέτοια πεζά και μίζερα και μπακαλίστικα θέματα. Είχαμε πάντα στο μυαλό μας ότι ό,τι μας έδιναν οι «ξένοι» (υποτιμητικά) ήταν από υποχρέωση, επειδή παλιότερα εμείς τους κατεβάσαμε από τα δέντρα και τους βγάλαμε από τις σπηλιές και τους μάθαμε να τρώνε βλίτα και κουτόχορτο, ώστε να μην τρώνε ο ένας τον άλλον. Τέλος πάντων. Έρχονται τώρα και μας τα ζητάνε πίσω ενώ παράλληλα μας έχουν ψεκάσει με κάτι περίεργες ουσίες, ώστε να μην πολυαντιδρούμε. Όλα αυτά δε θα ήταν ικανά να μου χαλάσουν την ψυχολογία. Είχα στο μυαλό μου τους ολυμπιακούς. Πεδίο δόξας λαμπρό για ένα έθνος που έχει τις νίκες χαραγμένες στο DNA του. Με αυτή τη σκέψη και με ανάλογη εκδικητική προς τους ξένους διάθεση περίμενα ανυπόμονα το μεγάλο γεγονός, στο οποίο το έθνος μας, για μια ακόμα φορά, θα έδειχνε τι αξίζουμε. Περίμενα... Περίμενα... Περίμενα... Και μάλλον θα περιμένω πολύ τη δικαίωση. Μάλλον δε θα έχω τη χαρά να δω τη γαλανόλευκη να κυματίζει και να ακούσω τον εθνικό ύμνο μας να παιανίζει προς τιμήν των νικητών αθλητών μας. Αυτό, όμως, δεν το χωράει ο νους μου. Και πιστεύω ότι κανενός ο νους δεν το χωράει εκτός κι αν είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Μαύρες σκέψεις με έχουν ζώσει. Τι έγινε το πασίγνωστο και νικηφόρο DNA μας; Πού είναι οι νίκες που είναι γραμμένες στο γενετικό υλικό μας αλλά δεν τις είδαμε γραμμένες στους φωτεινούς πίνακες των βρετανικών ολυμπιακών σταδίων; Πού πήγε και χάθηκε; Μετακόμισε στην Κίνα, στις ΗΠΑ, στη Βρετανία, στην Τζαμάικα και σε άλλες χώρες που σαρώνουν τα μετάλλια; Ή μήπως το DNA μας είχε ημερομηνία λήξης κι αυτή έφτασε; Είναι, όμως, δυνατόν κάτι τέτοιο; Τι είναι το DNA και λήγει; Γάλα είναι; Γιατί κι αυτό έχει ημερομηνία λήξης αλλά η μάνα μου επιμένει: «άντε, παιδάκι μου, και μια και δυο μέρες μετά να το πιείς, δεν παθαίνεις τίποτα»!

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

treloglykoulini@...gr (τρελογλυκουλίνι παπάκι τελείες τζι αρ)


Η παροχή βοήθειας σε μαθητές μου για τη συμπλήρωση του μηχανογραφικού τους καταλήγει σε έκρηξη ανάμεικτων, γλυκόπικρων συναισθημάτων. Μου προκαλεί..., πώς να το πω τώρα; Χαρμολύπη!!! Αυτό μου προκαλεί. Από τη μια, συνήθως νιώθω απίστευτη βαρεμάρα και λύπη, εξαιτίας της άγνοιας που χαρακτηρίζει τους περισσοτέρους, των συντηρητικών ή τελείως αταίριαστων στην προσωπικότητα των υποψηφίων επιλογών, των αβάσταχτα απλοϊκών έως ανόητων ερωτήσεων που δέχομαι και της αναποφασιστικότητάς τους. Από την άλλη, η όλη διαδικασία έχει και τα καλά της για μένα. Όχι, όμως, και για τους μαθητές. Γι αυτούς, τα «καλά για μένα», καταλήγουν, στις περισσότερες περιπτώσεις, αφορμές για εκτός ορίων ειρωνεία, απάνθρωπο σαρκασμό και δημόσιο εξευτελισμό. Ευτυχώς η σχέση μου με τους μαθητές μου επιτρέπει κάτι τέτοιο κι εκείνοι το επιθυμούν και το περιμένουν από μέρους μου τόσο όσο και ο μέσος Έλληνας το διορισμό του στο Δημόσιο. 
Τα τελευταία δυο χρόνια η συμπλήρωση των μηχανογραφικών γίνεται ηλεκτρονικά. Η συγκεκριμένη διαδικασία απαιτεί γνωστοποίηση και της διεύθυνσης του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του υποψηφίου. Αρχικά, λοιπόν, μου έκανε εντύπωση ότι, όταν έφταναν στο συγκεκριμένο σημείο, αρκετοί μαθητές, με προειδοποιούσαν να μη γελάσω ενώ κάποτε μου ζητούσαν να μη δω την ηλεκτρονική διεύθυνση που δήλωναν! Οι αντιδράσεις αυτές αρχικά μου προκάλεσαν έκπληξη, αμέσως μετά με προβλημάτισαν και τελικά οδήγησαν την περιέργειά μου στα ύψη. Έφτασα σε σημείο να τους εκλιπαρώ να με αφήσουν να ρίξω μια ματιά, να τους υπόσχομαι ανταλλάγματα αν με άφηναν να κοιτάξω λίγο. Δεν έπιανε τίποτα! Και τότε αναγκάστηκα να χρησιμοποιήσω τα μεγάλα μέσα. Αναγκάστηκα να τους απειλώ ότι θα τους παρατήσω στα κρύα του λουτρού, να συμπληρώσουν μόνοι το μηχανογραφικό. Αυτό έπιασε. Είμαι πολύ καλός στις απειλές! 
Το τι είδα τότε δεν περιγράφεται αλλά επειδή -εκτός από τις απειλές- είμαι πολύ καλός και στις περιγραφές, θα προσπαθήσω να σας το μεταφέρω. Είδα, λοιπόν, μαθητή με διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου «batman@...gr», είδα διεύθυνση μαθήτριας όπου είχε σμπαραλιάσει το βαφτιστικό της σε κάτι του στιλ «evitakoulinaki@...com», είδα υποψήφια με ναρκισσιστικές μάλλον διαθέσεις να αυτοαποκαλείται «kouklaki@...gr», είδα υποψήφιο να δηλώνει «daglaras@...gr», είδα και έφριξα «treloagori@...com», είδα κι έπαθα πλάκα «bouloukaki@...gr», είδα και ανατρίχιασα και δεν πίστευα στα ματάκια μου «rozoulini@...gr». Με το τελευταίο ανατρίχιασα και δεν πίστευα στα ματάκια μου, επειδή η διεύθυνση δεν ανήκε σε κάποια -όπως θα περίμενε κανείς- ροζ μαθήτρια του στιλ «σας αγαπώ όλους και στέλνω ξετσίπωτα φιλάκια με τα σαρκώδη χείλη μου στον οποιονδήποτε» αλλά σε μαθητή με 1,80 ύψος, περίπου 90 κιλά και μπράτσα ικανά να συνθλίψουν ακόμα και τα Βραχώδη όρη! 
Αυτή είναι η γενιά της ψηφιακής τεχνολογίας. Ή τουλάχιστον ένα μεγάλο κομμάτι της. Αυτά τα παιδιά γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην ψηφιακή εποχή. Αυτά τα πλάσματα βίωσαν τον υπολογιστή, το Διαδίκτυο, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, το Facebook, το amazon και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο όπως προηγούμενες βίωσαν την ξυλόσομπα, το μαγκανοπήγαδο, τη σφεντόνα ή την τουλούμπα. Οι προηγούμενες γενιές μάθαιναν να αξιοποιούν τα πρωτόγονα για εμάς, σύγχρονα για τότε μέσα που διέθεταν. Οι σημερινές τι έχουν πάθει και κάνουν τα ανείπωτα για να στρέψουν εναντίον τους όσα απλόχερα τους προσφέρονται; Η απάντηση είναι απλή. Οι προηγούμενες γενιές μάθαιναν μέσα από την εμπειρία των μεγαλυτέρων. Από τα πρώτα χρόνια τους τούς παρακολουθούσαν να βγάζουν νερό από την τουλούμπα, να κυνηγούν πουλιά με τη σφεντόνα, να ανάβουν το μαγκάλι… Με απλά λόγια, σε προηγούμενες εποχές οι γονείς και οι παππούδες είχαν τη δυνατότητα να μεταβιβάσουν την εμπειρία τους στους νέους, αφού οι εξελίξεις ακολουθούσαν βραδείς ρυθμούς. Σήμερα, τα πράγματα έχουν ριζικά μεταβληθεί. Οι εξελίξεις είναι τόσο ραγδαίες που οι προηγούμενες γενιές συχνά τις αγνοούν. Οι νέοι βρίσκονται αντιμέτωποι με έναν κατακλυσμό τεχνολογικών επιτευγμάτων, τον οποίο καλούνται να κατανοήσουν και να μάθουν να αξιοποιούν με ελάχιστη ή και καμιά βοήθεια και εμπειρία. 
Αυτό βέβαια, μπορεί για κάποιους νέους να καταλήγει ακόμα και μοιραίο, χωρίς αυτή τη στιγμή να μπορούν να το αντιληφτούν. Ήδη συμβαίνει όμως. Σκεφτείτε ότι εκείνοι που σήμερα δηλώνουν τη γλυκούτσικη μεν αλλά παντελώς ηλίθια και δηλωτική της απύθμενης βλακείας τους ηλεκτρονική διεύθυνσή τους στο μηχανογραφικό χωρίς εμφανείς επιπτώσεις, πολύ σύντομα θα αναγκαστούν να τη γνωστοποιήσουν στο βιογραφικό και άρα στον πιθανό εργοδότη τους ή στον καθηγητή που θα τους αξιολογήσει για ένα μελλοντικό μεταπτυχιακό. Το ίδιο θα συμβεί και με το Facebook τους. Ήδη αρκετές εταιρείες, πριν αποφασίσουν την πρόσληψη κάποιου, «ξεκοκαλίζουν» το ψηφιακό παρελθόν και παρόν του. Οι αναρτήσεις ή η συμμετοχή σε συζητήσεις κάποιου blog, οι κινήσεις, οι επιλογές, οι αναφορές ή οι φωτογραφίες στο Facebook αποτελούν ήδη στοιχεία αξιολόγησης. 
Φανταστείτε, λοιπόν, τι μπορεί, στο άμεσο μέλλον, να σκεφτούν οι υπεύθυνοι μιας εταιρείας για ένα άτομο με σημαντικά τυπικά προσόντα -πτυχία, μεταπτυχιακά, ξένες γλώσσες- που όμως αυτοχαρακτηρίζεται «rozoulini», «daglaras» ή «kouklaki». Σκεφτείτε τι εμπιστοσύνη μπορεί να δείξει κανείς σε ένα άτομο, όταν στο Facebook που διαχειρίζεται οι αναρτήσεις κινούνται μεταξύ αθλιότητας και λαϊκισμού ή όταν οι φωτογραφίες του προφίλ του θυμίζουν αποτυχημένα φωτομόντελα και τραγουδιάρες της σειράς. Γιατί, όσο κι αν το παλεύω ο άμοιρος, όσο ανοιχτόμυαλος κι αν θέλω να δείξω ο δύστυχος, μου φαίνεται εξαιρετικά απίθανο κάποια στιγμή να νιώσω την επιθυμία να συνεργαστώ με άτομο που δηλώνει ως διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου «treloglykoulini@...gr», όσο σοβαρό κι αν δείχνει κατά τα άλλα! 


ΥΣ: Ίσως το πρόσφατο πάθημα της κας Παρασκευής Παπαχρήστου (αθλήτρια που αποκλείστηκε από τους Ολυμπιακούς του Λονδίνου, εξαιτίας ρατσιστικού σχολίου στο Διαδίκτυο) αποτελέσει μάθημα για αρκετούς.

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

2η Έκδοση!!!


Στις διακοπές συνειδητοποιώ ένα πράγμα! 
Μην ανησυχείτε! Δε θα αρχίσω τώρα τις ρομαντικές αρλούμπες του στιλ: «στις διακοπές ξεφεύγεις από την καθημερινότητα» ή «γεμίζεις τις μπαταρίες» ή «έχεις χρόνο για σένα, για τους φίλους, για τραγούδι, για χορό, για μανικιούρ, για αποτρίχωση …» και βάλε και λογάριασε. Όλα αυτά είναι γνωστά από την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης, έστω κι αν τότε δεν υπήρχε ακόμα συνείδηση του ελεύθερου χρόνου και άρα των διακοπών. Άσε που τότε δεν πρέπει να υπήρχαν υπηρεσίες μανικιούρ και λέιζερ αποτρίχωσης για τον απλό λαό. Τέλος πάντων, αφήνω τα «γλυκούλια» για άλλους. Τα αφήνω για εκείνους που τα λένε, επειδή περνούν πολύ χάλια στις διακοπές τους. Εμένα δε με εκφράζουν καθόλου. Αν με εξέφραζαν άλλωστε θα κρατούσα ημερολόγιο, όταν ήμουν μικρός, από εκείνα τα κιτς με κλειδαριά, με χαρωπά ροζ και φούξια ζωάκια, ανθρωπάκια, πολύχρωμα λουλούδια και καρδούλες στο εξώφυλλο. 
Εγώ, λοιπόν, άλλο πράγμα συνειδητοποιώ στις διακοπές. Συνειδητοποιώ ότι η καθημερινότητα είναι οδοστρωτήρας! Οδοστρωτήρας που με τις τεράστιες, βαριές μεταλλικές ρόδες του λιώνει τα πάντα αφήνοντας πίσω του ένα απέραντο ίσιωμα χωρίς το παραμικρό εξόγκωμα. Οτιδήποτε διαφορετικό δεν έχει θέση σ’ αυτό. Ο οδοστρωτήρας το πατάει και το εξαφανίζει σε μια εικόνα βγαλμένη από καρτούν. 
Κάπως έτσι, όταν ο εκδοτικός οίκος μού γνωστοποίησε ότι το βιβλίο μου «Μάθε, παιδί μου, γράμματα» βρισκόταν ήδη στη 2η έκδοση -η οποία παρεμπιπτόντως προχωρούσε εξίσου καλά- εγώ … έτρεχα. Έκανα μάθημα, συζητούσα με τους μαθητές για την πορεία τους, ενημέρωνα γονείς για την πορεία των μαθητών, διόρθωνα ατελείωτα γραπτά και γενικά ένιωθα κάπως σαν: «Σήκω γομάρι, μην κάθεσαι και χαζοπαζαρεύεις»! Πού καιρός και διάθεση για χαρές και πανηγύρια. 
Ένα γεγονός εξαιρετικής (για μένα) σημασίας πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Δεν το χάρηκα όσο του άξιζε, δεν το συζήτησα όσο θα ήθελα, δεν το σχολίασα όσο το είχα ανάγκη. Δεν είναι μικρό πράγμα. Μια 2η έκδοση είναι μια 2η έκδοση και δεν ξαναγίνεται. Ένα βιβλίο μια φορά μπορεί να κάνει 2η έκδοση. Αν κάνει άλλη, αυτή δε θα είναι η 2η έκδοση. Αυτή θα είναι η 3η. Ούτε η επόμενη ούτε η μεθεπόμενη θα είναι 2η έκδοση. Θα είναι η 4η, η 5η … και τελικά ελπίζω ότι καταλάβατε τι θέλω να πω για να μη μακρηγορώ. Με απλά λόγια, κάθε έκδοση είναι μία και μοναδική, οπότε πρέπει κανείς (στη συγκεκριμένη περίπτωση εγώ) να τη χαίρεται ως τέτοια. 
Τώρα που σκέφτομαι ήρεμα τα πράγματα νιώθω εξαιρετική χαρά. Χαρά που τρέχει από τα μπατζάκια. Νιώθω τόσο χαρούμενος όσο κι ένα παγάκι σε ποτήρι με coca cola (για να θυμηθώ κι ένα από τα πολλά και βαθυστόχαστα ρητά που αναφέρονται στο συγκεκριμένο βιβλίο). Νιώθω και υπερήφανος που το βιβλίο μου βρίσκει ανταπόκριση σε ένα κοινό. Σημαίνει ότι υπάρχουν άνθρωποι που αντέχουν το ατελείωτο χιούμορ, που κατανοούν τον έντονο σαρκασμό, που δέχονται αλήθειες που δεν εκφράζονται με τρόπο ήπιο αλλά με τρόπο αιχμηρό και χωρίς υπονοούμενα. 
Είναι συγκλονιστικό! Το «Μάθε, παιδί μου, γράμματα» ξεκίνησε σαν μια τρέλα, σαν ένα παιχνίδι μιας απερίγραπτα εκπληκτικής και εκπληκτικά μικρής παρέας και τώρα το βλέπω να εξελίσσεται, να γίνεται η αφορμή για τη δημιουργία μιας πολύ μεγαλύτερης παρέας. Άτομα που δε γνωρίζω προσωπικά και δε με γνωρίζουν κι αυτά διάβασαν το βιβλίο μου. Κάποια διασκέδασαν με αυτό, κάποια προβληματίστηκαν και κάποια σίγουρα τσατίστηκαν με αυτό. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ένα τόσο δα βιβλιαράκι με χαριτωμένο εξώφυλλο μπορούσε να διαδραματίσει τόσο σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Και τώρα αρχίζω να το συνειδητοποιώ. 
Τελικά, στις διακοπές δε συνειδητοποιώ μόνο ένα πράγμα! Συνειδητοποιώ πολλά και κάποια με κάνουν πολύ χαρούμενο!

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2012

Στο λάκκο της μιζέριας…


«Αν έπεσες στο λάκκο της μιζέριας, 
να θυμάσαι ότι οι μέρες σου είναι μετρημένες 
και γι αυτό να τις εκμεταλλευτείς όσο καλύτερα μπορείς». 
Γιαν Μαρτέλ, Βεατρίκη και Βιργίλιος  

Ωραία! Δηλαδή, όχι και πολύ ωραία αλλά δεν μπορούσα να ξεκινήσω το κείμενο με τη λέξη που πραγματικά ταιριάζει στην περίσταση. Γιατί, αν το κείμενό μου ξεκινούσε με τη λέξη «σκα…ά» θα δημιουργούνταν ένας σωρός προβλήματα. Ορισμένοι «μη μου άπτου» δε θα το διάβαζαν από σιχασιά, έστω κι αν τα «σκα…ά» είναι μια πραγματικότητα. Άλλοι πάλι θα αδιαφορούσαν, γιατί ένα άρθρο που ξεκινάει με μια τόσο ποταπή λέξη, δεν μπορεί να είναι καθόλου μα καθόλου «καθώς πρέπει». Ναι, αλλά η συγκεκριμένη σιχαμένη και βρόμικη και βδελυρή λέξη περιγράφει απολύτως την κατάστασή μας. Ένας ολόκληρος λαός βουτηγμένος στο λάκκο της μιζέριας.
Το σκηνικό είναι, βέβαια, μια ανοησία. Γιατί το μίζερο κλίμα οφείλεται σε δυο λόγους, εξίσου ηλίθιους. Ο ένας είναι η διάψευση. Ο άλλος η έλλειψη ελπίδας. Ο πρώτος είναι ανόητος, γιατί το μόνο που διαψεύστηκε για αρκετούς συμπατριώτες μας ήταν ένα ψέμα, μια πλάνη, όχι κάτι πραγματικό. Αρκετοί ζούσαν σε μια εικονική πραγματικότητα, η οποία τέλειωσε. Η λογική, όμως, λέει ότι ένα ψέμα είναι πάντα ένα ψέμα, κάτι που δεν υφίσταται, κάτι που εξ ορισμού δεν υπάρχει και άρα η διάψευσή του είναι απλώς κάτι τυπικό και κυρίως αναμενόμενο. Ο δεύτερος είναι εξίσου ανόητος, επειδή έλλειψη ελπίδας σημαίνει έλλειψη διάθεσης για σκληρή προσπάθεια. Η λογική πάλι λέει ότι εκείνος που έχει τη διάθεση αλλά και τα εφόδια για να παλέψει, ελπίζει ότι κάτι έχει να κερδίσει από αυτό. Σίγουρα πάντως δε χάνει την ελπίδα του. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη λογική είναι... παράλογο να κυριαρχεί η μιζέρια στη χώρα μας.
Κι όμως, αυτή εξαπλώνεται και δείχνει ότι η πλειονότητα των συμπατριωτών μας δεν ενεργεί με βάση τη λογική αλλά αφήνεται να την καθοδηγούν ελέγχοντας το συναίσθημά της. Το συναίσθημα, όμως, συχνά οδηγεί τον άνθρωπο σε ανόητες, γελοίες και κυρίως κουτοπόνηρες επιλογές. Ναι, αλλά ένας άνθρωπος ή μια κοινωνική ομάδα, μικρή ή μεγάλη, δεν πάει μπροστά ούτε με ανόητες ούτε με γελοίες και κυρίως ούτε με κουτοπόνηρες επιλογές ή τουλάχιστον δεν πάει για πολύ καιρό. Ισχύει παντού. Οι πανελλαδικές εξετάσεις, για παράδειγμα, διαψεύδουν αρκετούς μαθητές, γιατί εκεί τα πράγματα είναι αρκετά αντικειμενικά και άρα εκφράζουν την πραγματικότητα. Η ώρα της «λυπητερής» έρχεται για όλους και συνήθως φέρνει μαζί της τη διάψευση, γιατί η «λυπητερή» είναι η πραγματικότητα. Κανείς δε φταίει σε εκείνον που διαψεύδεται, επειδή θεωρεί ότι με δουλειά τζίτζικα μπορεί να αποκτά όσα και το εργατικό μυρμήγκι.
Η ώρα της αλήθειας έφτασε για τη χώρα μας και ο λογαριασμός είναι πράγματι μεγάλος. Παράλογο; Όχι βέβαια! Τα γούστα πληρώνονται και όσο πιο ακριβά γούστα έχει κάποιος, τόσα περισσότερα θα κληθεί να πληρώσει. Και μη μου πει κανείς ότι ως κράτος και ως πολίτες δεν υπήρξαμε αυτοκαταστροφικοί! Ξεπεράσαμε κάθε μέτρο και τώρα, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα δίλημμα. Θα συνεχίσουμε να πορευόμαστε με γνώμονα το συναίσθημα ή θα αποφασίσουμε να βαδίσουμε στους δρόμους της λογικής; Το πρώτο ήδη δείχνει τα αποτελέσματά του οδηγώντας σε εκδήλωση οργής (οπότε γίνεται του… Κασιδιάρη), διάθεση τιμωρίας (άραγε ποιου;), στήριξης όσων μας υπόσχονται όσα κάποιοι άλλοι μας είχαν ήδη υποσχεθεί οδηγώντας μας στις καταστροφικές συνθήκες που βιώνουμε. Στη δεύτερη, τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα, γιατί μια λογική εκτίμηση των δεδομένων προϋποθέτει αυτοκριτική. Όχι κραυγές, όχι θυμό, όχι επίρριψη ευθυνών στον ανάδρομο Ερμή, στο κακό το μάτι ή σε μια αόρατη και ανεξέλεγκτη μοίρα και κυρίως όχι μπούφλες σε δικαίους και αδίκους. Δύσκολο μεν, υπεύθυνο δε. Σίγουρα αξιοπρεπές.
Αρκετοί λαϊκιστές μιλούν για τη σοφία του ελληνικού λαού. Η πραγματικότητα, όμως, αποδεικνύει όχι τη σοφία αλλά τη μεγαλειώδη βλακεία, την κουτοπονηριά, την αναίδεια και την απαιδευσιά μεγάλου τμήματος του λαού μας. Δηλαδή, σε ποια περίοδο της σύγχρονης ιστορίας μας δείξαμε έστω ψήγματα σοφίας; Όλοι -Έλληνες και ξένοι- κάνουν λόγο για τη μακραίωνη ιστορία μας. Αν, όμως, είμαστε ένας λαός με μεγάλη ιστορία μήπως παράλληλα είμαστε ένας λαός με μνήμη χρυσόψαρου; Γιατί στοιχεία αυτής της ιστορίας είναι το φιλότιμο, η αξιοπρέπεια, η εργατικότητα, η δημοκρατία, το μέτρο, το ωραίο αλλά και η λογική. Πού είναι όλα αυτά σήμερα; Πόσοι πολιτικοί ή πόσοι πολίτες τα διαθέτουν; Αυτό που μας μένει είναι να φανούμε αξιοπρεπείς και λογικοί επιτέλους. Η καθοδήγηση των πολιτών μέσω του ελέγχου των συναισθημάτων του δε δίνει λύσεις. Μπορεί να δίνει μιζέρια, απόγνωση και έλλειψη ελπίδας αλλά καμιά ουσιαστική λύση. Οι λύσεις πηγάζουν από τη λογική και αυτή λέει ότι είναι καιρός να επανεξετάσουμε τις δυνατότητές μας, να αξιοποιήσουμε την πραγματικότητα, να αφήσουμε πίσω μας τα ψέματα, τις εύκολες λύσεις, την τεμπελιά, την ασχήμια, τους ψευτοτσαμπουκάδες και όλους εκείνους που μας υπόσχονται ότι μπορούμε να αποφύγουμε τη «λυπητερή», ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε απομονωμένοι ή ότι θα γίνουμε η Σαουδική Αραβία της Μεσογείου. Η λογική ανέκαθεν έλεγε ότι τα «αγαθά αποκτώνται με κόπους». Πλέον η σκληρή δουλειά είναι η μόνη συνταγή που θα επιφέρει το θάνατο της μιζέριας, γλυτώνοντάς μας από το δικό μας «θάνατο». Πιθανώς κουραστικό. Σίγουρα αισιόδοξο! 

Ο κ. Ζάχος θεωρεί ότι αν η κατάσταση συνεχίσει ως έχει, 
σύντομα θα αποτελεί είδηση ο θάνατος κάποιου από φυσιολογικά αίτια.

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Οι λέξεις τελείωσαν…

Η ελληνική γλώσσα είναι από τις πιο πλούσιες του κόσμου. Αυτό λογικά σημαίνει ότι προσφέρει εναλλακτικές λύσεις τόσο σκέψης όσο και έκφρασης ακόμα και λεπτών διαφορών. Προσφέρει άπειρους συνδυασμούς σε εκείνον που διαθέτει φαντασία, δημιουργικότητα, καινοτομία. Κι αυτό, λογικά και πάλι, σημαίνει ότι, αν κάποιος επαναλαμβάνεται ανιαρά και αναμενόμενα, δυο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν. Το ένα είναι ότι αγνοεί την ελληνική γλώσσα, ότι είναι αγράμματος ή ακαλλιέργητος ή και τα δυο μαζί. Σημαίνει ότι είναι άνθρωπος μέτριων δυνατοτήτων ως προς τη σκέψη και τις επιλογές. Το δεύτερο είναι ότι μπορεί μεν να γνωρίζει την ελληνική αλλά δεν έχει και πολλά να πει, οπότε και επαναλαμβάνει την … επανάληψη. Το τρίτο, όσο κι αν το ψάχνω, αδυνατώ να το εντοπίσω κι αυτό συμβαίνει για έναν και μοναδικό λόγο. Συμβαίνει, γιατί «τρίτο» στη συγκεκριμένη περίπτωση απλώς δεν υπάρχει.
Αν στα παραπάνω έχω δίκιο, τότε ζήτω που καήκαμε. Να το πω ξεκάθαρα. Ποσώς με ενδιαφέρει αν οι παραπάνω αδυναμίες χαρακτηρίζουν τον συμπαθέστατο, κατά τα άλλα, τύπο που μαζεύει τα σκουπίδια της γειτονιάς, τον αξιοπρεπέστατο μετανάστη που σκάβει για να συνδεθεί ο απέναντι με το φυσικό αέριο ή τον ενοχλητικότατο παλιατζή που τριγυρνάει με το φορτηγάκι του ουρλιάζοντας μέσα από μιας άθλιας ποιότητας ντουντούκα. Η γλωσσική ανεπάρκεια αρκετών συνανθρώπων μας μπορεί να μου προκαλεί στενοχώρια αλλά καμιά αγωνία. Όταν, όμως, οι γλωσσικές αδυναμίες συνδέονται με τους πρωταγωνιστές της προεκλογικής περιόδου, τότε η κατάσταση γίνεται ανησυχητική.
Το ζήτημα, σε αυτή την περίπτωση, είναι ότι οι πολιτικοί δεν έχουν τίποτα καινούριο να πουν. Οι λέξεις τελείωσαν γι αυτούς. Κι επειδή οι λέξεις που χρησιμοποιεί κάποιος είναι ο καθρέφτης της ποιότητας του χαρακτήρα και της σκέψης του, καταλήγω σε πολύ αγωνιώδη συμπεράσματα. Αν οι επαναλαμβανόμενες ασυνάρτητες κοινοτοπίες που εκστομίζουν είναι αποτέλεσμα αγραμματοσύνης και υποκουλτούρας, σημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι έχουν ελάχιστες δυνατότητες να οδηγήσουν τη χώρα σε έξοδο από την κρίση. Μπορεί να έχουν όλη την καλή διάθεση αλλά είναι ανεπαρκείς. Μέτρια γλωσσική κατάρτιση σημαίνει αδυναμία κατανόησης των πολύπλοκων εξελίξεων, δείχνει αδυναμία ανάλυσης των απαιτήσεων και σίγουρα δηλώνει αδυναμία συνεννόησης με τους δανειστές μας. Οι συγκεκριμένοι, αν αναρριχηθούν στην εξουσία, είναι αδύνατον να πείσουν για την ορθότητα των θέσεών μας και άρα να προωθήσουν τα συμφέροντά μας. Γι αυτό το λόγο, το μόνο που κάνουν είναι να καταφεύγουν στο ασφαλές γι αυτούς λιμάνι του λαϊκισμού.
Αν, από την άλλη, η κενότητα και ασυναρτησία του πολιτικού λόγου οφείλεται σε έλλειψη νέων ιδεών, δε χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Αν εκείνοι που διεκδικούν την ψήφο μας, έχουν στερέψει από απόψεις, από οράματα που να ανταποκρίνονται στα δεδομένα των καιρών, σημαίνει ότι είναι εξίσου ανεπαρκείς και επικίνδυνοι με τους προηγούμενους. Εύκολα καταλαβαίνει ο καθένας ότι οι πολιτικοί ήδη σκέφτηκαν όσα μπορούσαν να σκεφτούν, ήδη πρότειναν-υποσχέθηκαν όσα μπορούσαν να υποσχεθούν και μάλλον ήδη έπραξαν όσα μπορούσαν να πράξουν. Ο λαϊκισμός είναι και πάλι το καταφύγιο.
Οι πολιτικοί, με πολύ απλά λόγια, δε μας λένε κάτι καινούριο, γιατί, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, αδυνατούν και να το σκεφτούν. Όσο κι αν το ψάχνουν, δεν έχουν εντοπίσει κάτι νέο. Όσο περισσότερο φωνάζουν τόσο πιο έντονα δηλώνουν τη μετριότητά τους απέναντι στην πραγματικότητα που οι ίδιοι -ή έστω άλλοι με τα ίδια όμως μυαλά- μας έχουν οδηγήσει. Ακόμα πιο απλά. Αφού ακούμε όσα έχουμε ξανακούσει άπειρες φορές, το ίδιο θα γίνει και με όσα θα γίνουν στο εξής, αν ο σοφός λαός αποφασίσει να στείλει στο Κοινοβούλιο όσους ήδη βρίσκονται σ’ αυτό. Το ίδιο θα συμβεί κι αν στείλει στη Βουλή άλλους που όμως, έχουν τα ίδια μυαλά.
Όσο πλησιάζει η ώρα των εκλογών ελπίζω σε ένα μόνο. Ελπίζω ότι έχουμε πια καταλάβει ότι όσα ακούμε, δεν τα ακούμε για πρώτη φορά. Ότι όσες φορές κι αν ειπωθούν τα ωραία λόγια δεν πρόκειται να αλλάξουν το παραμικρό. Η αλλαγή δε χρειάζεται λόγια αλλά ενέργειες. Όλα αυτά είναι ωραία λόγια αλλά τα ακούμε από τους πολιτικούς μας από τον καιρό της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτή ακριβώς η επανάληψη τα έχει καταστήσει κενά όσο και μια σαπουνόφουσκα, βαρετά όσο και τα τηλεοπτικά σήριαλ. Κανέναν δεν ξεσηκώνουν παρά μόνο τους χρόνια ηλίθιους. Ελπίζω -με ελάχιστες πιθανότητες να συμβαίνει τελικά- ότι αυτοί είναι λίγοι.
«Οι λέξεις τελείωσαν για τους πολιτικούς». Ή μάλλον, τώρα που το καλοσκέφτομαι «οι ωραίες λέξεις τελείωσαν» γι αυτούς. Υπάρχουν, όμως, εκείνες που δεν ακούγονται τόσο όμορφα στα αφτιά μας, υπάρχουν εκείνες που λένε για θυσίες, που υπενθυμίζουν ότι πρέπει να φανούμε εντάξει στις υποχρεώσεις που έχουμε αναλάβει, εκείνες που μας φέρνουν αντιμέτωπους με τις δυσκολίες που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Υπάρχουν εκείνες που εκφράζουν ρεαλισμό. Και υπάρχουν και πολιτικοί που δε φοβούνται να τις χρησιμοποιήσουν, αλλά είναι ελάχιστοι. Αν καταφέρουμε να τους εντοπίσουμε -έστω την τελευταία στιγμή- και να τους στηρίξουμε, ίσως μπορούμε να ελπίζουμε. Οι λέξεις μπορεί να τελείωσαν αλλά τώρα, έτσι κι αλλιώς, είναι η ώρα της δράσης από μέρους μας και η ψήφος μας μπορεί να είναι πιο ηχηρή από χιλιάδες, κενές λέξεις. 
Καλή ψήφο!

Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Πάμε εκδρομή;

Οι περιγραφές μαθητών μου από την πρόσφατη τριήμερη εκδρομή του σχολείου τους στην Αθήνα μου προκαλούν ανατριχίλα! Η διασκέδαση είχε κυριαρχήσει, φυσικά. Την πρώτη βραδιά σε ρεμπετάδικο. Πολύ λογικό! Όλα τα δεκαπεντάχρονα άλλωστε «κόβουν φλέβες» για το ρεμπέτικο τραγούδι. Την επομένη, σε γνωστό «ναό» της λαϊκής(;) διασκέδασης, φίρμες της εποχής «ψυχαγώγησαν» τους νεαρούς θαμώνες με ποιοτικά άσματα, όπως την ανείπωτης παιδαγωγικής αξίας ζεϊμπεκιά, «Που…άνα[1] στην ψυχή»! Στη συγκεκριμένη έξοδο αρκετές μαθήτριες εμφανίστηκαν με ενδυμασία που είχε κάτι από τον τίτλο του τραγουδιού. Η επιστροφή από τη μεγαλειώδη αυτή φυγή σημαδεύτηκε από την, εκ παραδρομής, εγκατάλειψη, σε πάρκινγκ της εθνικής, δεκαπεντάχρονου μαθητή, τον οποίο λίγο αργότερα περισυνέλεξε σε κατάσταση σοκ περιπολικό της αστυνομίας. Μάλλον κάτι δεν πάει καλά με τις μαθητικές εκδρομές. Ε;
Την ίδια στιγμή το Υπουργείο Παιδείας προσπαθεί να αναβαθμίσει τις σχολικές εκδρομές αλλά και να τις αξιοποιήσει ως μοχλό τόνωσης της «βαριάς βιομηχανίας» της χώρας μας, του τουρισμού. Μάλιστα, δημιούργησε ψηφιακή διαδραστική πλατφόρμα πληροφόρησης και επικοινωνίας σχολείων και μαθητών (http://schools-go-greece.sch.gr/), στην οποία κυριαρχεί το σύνθημα: «Και στις σχολικές εκδρομές πάμε Ελλάδα». Με αυτή την αφορμή η Υφυπουργός Παιδείας δήλωσε: «Οι μαθητές μέσω των σχολικών εκδρομών έχουν την ευκαιρία και το προνόμιο να γνωρίσουν το μοναδικό φυσικό πλούτο της χώρας μας (το κέντρο της Αθήνας μάλλον αποτελεί σημείο αναφοράς υπέρτατου φυσικού κάλλους), την πολιτιστική κληρονομιά μας (το «Που…άνα στην ψυχή» ίσως αποτελεί την επιτομή της πολιτιστικής διαδρομής μας) αλλά και να αναπτύξουν την κοινωνικότητα τους (πιθανώς ασκώντας τη γλώσσα του σώματος με λικνίσματα πάνω στα τραπέζια μπουζουξίδικων[2]) ...».
Οι μαθητές έχουν ανάγκη από τις εκδρομές. Έχουν ανάγκη από την εκδρομή που θα τους προσφέρει γνώση (ως προς τις σύγχρονες μορφές διασκέδασης;), τη δυνατότητα να έρθουν σε επαφή με το φυσικό περιβάλλον της χώρας τους, την Ιστορία (που δεν ξεκινάει με την εμφάνιση της Άννας Βίσση[3] στις πίστες), την Τέχνη (που δεν ταυτίζεται με την εμφάνιση του Σάκη[4] και της Καλομοίρας στη Eurovision), τον πολιτισμό τους (που δεν αναδεικνύεται από τους σύγχρονους «ναούς» των μπουζουξίδικων), την επαφή με τον πολιτισμό άλλων λαών (όχι αποκλειστικά των Πακιστανών και Αφγανών της Ομόνοιας), με τους οποίους καλούνται να συνυπάρξουν. Έχουν ανάγκη από εκδρομές που θα συμβάλλουν στην κοινωνικοποίησή τους. Εννοείται ότι η ξεγνοιασιά και η διασκέδαση πρέπει να αποτελούν στοιχείο των μαθητικών αποδράσεων, με τρόπο όμως που θα βοηθά στην αναβάθμιση και αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου.
Ωραία όλα αυτά, όμως, δείχνουν να κινούνται σε χώρους φαντασίας. Η πραγματικότητα άλλα λέει. Οι περισσότερες σχολικές εκδρομές έχουν μετατραπεί σε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για «ξεσάλωμα» μακριά από τον έλεγχο των γονιών, μάλλον και των συνοδών εκπαιδευτικών. Η διασκέδαση που προτείνουν και προσφέρουν στους μαθητές συχνά, δεν είναι παρά έκφραση χυδαιότητας που αναπαράγει πρότυπα υποκουλτούρας μετατρέποντας τους εφήβους σε μικρομέγαλες γραφικές όσο και γελοίες φιγούρες. Οι επισκέψεις σε χώρους πολιτισμού, χωρίς ουσιαστική οργάνωση και προετοιμασία, συνήθως μετατρέπονται σε τυπικές, ανιαρές, κουραστικές βόλτες και σε αγώνες δρόμου ταχύτητας, χωρίς κανέναν παιδαγωγικό και καλώς εννοούμενο ψυχαγωγικό χαρακτήρα. Όλα αυτά μπορεί να συναρπάζουν αρκετούς μαθητές, όπως και καθετί εύκολο και απλοϊκό άλλωστε, αλλά δεν τους προσφέρουν και πολλά...
Είναι καιρός να αναθεωρηθούν σε σημαντικά σημεία οι μαθητικές εκδρομές, στις οποίες συμμετέχουν όλο και λιγότεροι μαθητές, ώστε να ξαναβρούν κάτι από τη χαμένη αίγλη και το ρόλο τους. Κάτι τέτοιο, όμως, δε θα συμβεί απλώς με το να προσδίδουμε σ’ αυτές βαρύγδουπους τίτλους του στιλ πολιτιστικές ή περιβαλλοντικές. Θα συμβεί, όταν το περιεχόμενό τους συμβαδίσει με τους στόχους της εκπαίδευσης, όταν αρχίσουμε να σεβόμαστε την προσωπικότητα των παιδιών και των εφήβων που συμμετέχουν σ’ αυτές. Το Υπουργείο Παιδείας έχει σημαντική ευθύνη και η οργάνωση της ιστοσελίδας για τις σχολικές εκδρομές αποτελεί θετική κίνηση. Ευθύνη όμως έχουν και οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς και κάποια στιγμή ευθύνη πρέπει να αποκτήσουν οι ίδιοι οι μαθητές, ώστε οι σχολικές εκδρομές να ξαναγίνουν… μαθητικές.


1. Από τη λέξη λείπει ένα γράμμα. Το 19ο της αλφαβήτου.
2. Γνωστά τέτοια πολιτιστικά κέντρα σήμερα αποτελούν το «fever» και ο «Βοτανικός» στην Αθήνα, η «Αλεπού» στα Τρίκαλα, το «Buzios» στη Λάρισα κ. α.
3. Αειθαλής ελληνίδα τραγουδίστρια.
4. Τραγουδιστής που έκανε το ντεμπούτο του στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης με το τραγούδι «Πάρ’ τα». Κυκλοφορεί και σε λαμπάδα για το Πάσχα.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Ο πήχης ψηλά

«Έχοντας συνείδηση ότι δεν πίστευα, ένιωθα ένοχος ανάμεσα
στους τόσους που πίστευαν. Αποφάσισα να πιστέψω έτσι όπως
παίρνει κανείς μια ασπιρίνη. Δε σου κάνει κακό και γίνεσαι καλύτερος»

Ουμπέρτο Έκο, «Το Εκκρεμές Του Φουκώ»


Κάπως έτσι γίνεται στις περισσότερες περιπτώσεις και το κατεστημένο καταφέρνει να διαμορφώνει με «απόβλητα σοφίας» τις νέες γενιές. Προσωπικά, βέβαια, έχω μια εξαιρετική τύχη που πηγάζει από τη συνύπαρξή μου με νέους μεταξύ των οποίων και κάποιους που αντιστέκονται διαμορφώνοντας νέα πρότυπα. Ανατροπή, αναθεώρηση και εξέλιξη οριοθετούν τη θετική πλευρά της συνύπαρξης με εφήβους - μαθητές. Απόψεις, συμπεριφορές και συναισθήματα συνδυάζονται σε μια διαρκή εναλλαγή συνθέτοντας μια έντονη και καθόλου βαρετή καθημερινότητα, πυροδοτώντας, συχνά, υπερβάσεις ορίων και διαμόρφωση θέσεων εξαιρετικά δυναμικών και κάποτε πρωτότυπων και ελπιδοφόρων. Πάντα κάτι καινούριο εμφανίζεται προκαλώντας έκπληξη, ενθουσιασμό και ανάγκη για επαναπροσδιορισμούς.
Ακόμη και ένα τραγικό γεγονός μπορεί να μετατραπεί σε μήνυμα αισιοδοξίας και δύναμης, στοιχείο που σπάνια συναντάται στην κοινωνία των μεγάλων. Ορισμένα παιδιά, όμως, έχουν αυτή την ικανότητα. Ήταν, εδώ και λίγες μέρες, ο απρόσμενος θάνατος του πατέρα μαθήτριάς μου που μου άνοιξε νέους ορίζοντες και με έθεσε μπροστά σε νέα δεδομένα. Στην προσπάθεια να της δώσω χρονικά περιθώρια αντίδρασης και προσαρμογής στη νέα κατάσταση, βρέθηκα αντιμέτωπος με μια άποψη που καθόλου δεν περίμενα. «Στενοχωριέμαι» μου είπε και περίμενα να αναφερθεί άμεσα στο γεγονός, «γιατί δεν κατάφερα να ετοιμάσω τη σημερινή εργασία. Θα προσπαθήσω να είμαι εντάξει την επόμενη φορά»! […]
Ακριβώς έτσι! Δεν έβρισκα λόγια. Η Στέλλα είχε καταφέρει να μου θέσει νέα όρια τοποθετώντας τον πήχη πολύ, μα πάρα πολύ ψηλά προκαλώντας το θαυμασμό και το σεβασμό μου! Εδώ, όμως, αρχίζουν τα δύσκολα, όχι για τη Στέλλα, αλλά για όλους εκείνους τους συνομηλίκους της που άφηνε πίσω της προσπερνώντας τους με μια δρασκελιά. Μου έδειξε τι σημαίνει δύναμη, στόχος και προσπάθεια και δε χρειάστηκε παρά μια φράση και μια στάση απέναντι στην αίσθηση της ευθύνης που μπορεί να χαρακτηρίζει μόνο δυνατούς και κυρίως ελεύθερους ανθρώπους.
Τώρα εγώ πρέπει να μπαίνω σε αίθουσες και να ακούω ατέλειωτης ανοησίας δικαιολογίες από παιδιά που δεν είναι εντάξει στις υποχρεώσεις τους, από παιδιά που κάνουν τα πάντα για να υποβαθμίσουν τον εαυτό τους και την εκτίμηση των υπολοίπων απέναντί τους. «Δεν πρόλαβα, γιατί ετοιμάζομαι για εκδρομή», «Δεν τα κατάφερα, γιατί γύρισα από εκδρομή», «Νιώθω κουρασμένος», «Έχω άγχος», «Ήταν πολύ δύσκολο το συγκεκριμένο θέμα»… Ποια στάση ενδείκνυται απέναντι στα συγκεκριμένα άτομα; Ανοχή; Υποκριτική αποδοχή; Χτύπημα στην πλάτη; Αδιαφορία; Ένα είναι βέβαιο! Καμιά από αυτές τις δικαιολογίες δεν έχει να μου προσφέρει το παραμικρό και κυρίως δεν έχει να προσφέρει στα παιδιά που τις χρησιμοποιούν. Όλες τους καταλήγουν στον «κάδο ανακύκλωσης» με το πάτημα ενός «delete» και χωρίς δεύτερη σκέψη.
Τα πάντα είναι στόχος κι αυτός μετατρέπεται σε οργάνωση που οδηγεί σε συνεχή προσπάθεια. Και δεν αναφέρομαι στα επιφανειακά «θέλω» που ο καθένας διατυπώνει με ιδιαίτερη ευκολία αλλά στην πίστη σε ό,τι ο καθένας επιθυμεί. Γιατί μόνο τότε οι επιθυμίες γίνονται νόημα και γεννούν αγωνιστικότητα, πάθος και δύναμη μπροστά στα εμπόδια, διάθεση αποφυγής μέτριων και απλοϊκών λύσεων. Έτσι, σε κάθε προσπάθεια δίνεται αξία και όχι μιζέρια, χαρά και όχι κατάθλιψη, ελπίδα κι όχι εγκατάλειψη, δύναμη κι όχι κόπωση.
Καθετί άλλο χαρακτηρίζει δούλους, άτομα που χωρίς προσωπικούς στόχους, αναγκάζονται από την εφηβεία τους ήδη να συμβιβαστούν με τα όνειρα των άλλων, με τα «απόβλητα» του περιβάλλοντος. Χαρακτηρίζει ανθρώπους που πάντα θα είναι αυτό που κάποιοι άλλοι θέλουν και που θα αναζητούν δικαιολογίες για την αργοπορία τους, για τις μέτριες επιδόσεις τους, για την έλλειψη διάθεσης απέναντι σε ευθύνες. Άτομα που δε θα τολμήσουν ποτέ να είναι ειλικρινή με τον εαυτό τους, πολύ περισσότερο με τους άλλους.
«Λείπουν τα πρότυπα!» είναι ο μόνιμος ισχυρισμός των περισσοτέρων. Διορθώνω. Λείπουν τα υγιή πρότυπα! Και αυτά «λείπουν» όχι γιατί δεν υπάρχουν γύρω μας αλλά γιατί δεν έχει διάθεση να τα προβάλει η κοινωνία. Ίσως και γιατί οι περισσότεροι δεν έχουν τη δύναμη να τα αναζητήσουν, γιατί τότε θα έπρεπε και να τα ακολουθήσουν. Οπότε νιώθουν καλύτερα στηρίζοντας μια κατάσταση στάσιμη που γεννά τη γκρίνια, τη μιζέρια, την απαισιοδοξία και πολλές δικαιολογίες επανάπαυσης.
Κι όμως, πρότυπα υπάρχουν παντού και κάποτε αυτά προέρχονται από τις τάξεις των νέων και διαθέτουν τη φρεσκάδα, την καινοτομία και το δυναμισμό που απαιτείται για να προχωράμε. Η επαναδιαπραγμάτευση της θέσης μας απέναντι στα παιδιά μπορεί να είναι βάση για αντίδραση στις κενές θέσεις και απόψεις που προέρχονται από το κατεστημένο. Η Στέλλα και η γενιά της μπορούν να αποτελέσουν πηγή ενέργειας πρωτόγνωρης, μπορούν να μας προσφέρουν τα πρότυπα που έχουμε ανάγκη, αρκεί να τους δώσουμε την ευκαιρία να το κάνουν, να τους αναγνωρίσουμε τη δυνατότητα να διαδραματίσουν αυτό το ρόλο.
Εκείνο το βράδυ γύρισα στο σπίτι με ένα μόνο σκοπό। Ξάπλωσα δίπλα στο γιο μου που κοιμόταν, ένιωσα τη ζεστασιά του, κοίταξα το ήρεμο πρόσωπό του κι ευχήθηκα με όλη μου τη δύναμη να ξεπεράσει οτιδήποτε συντηρητικό μπορεί, άθελά μου, να του μεταδίδω, να χαράξει το δικό του δρόμο και να εντοπίσει τα δικά του πρότυπα. Και θα ήθελα αυτά τα πρότυπα να μην έχουν τίποτε από τη μιζέρια που εκπέμπουν οι περισσότεροι. Θα ήθελα να διαθέτουν έστω και λίγη από την αρχοντιά και τη δύναμη της Στέλλας.

Υ.Σ. Το κείμενο έχει γραφεί πριν μερικά χρόνια. Η Στέλλα πέτυχε στην Ιατρική εκείνη τη χρονιά και σήμερα είναι γιατρός.

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

«Είμαστε όλοι Έλληνες...»

Λύσσιαξαν πια όλοι τους οι ξενέρωτοι! Μη δουν λαό να προοδεύει, τον έβαλαν στο μάτι και όποιον πάρει ο Χάρος. Και δεν ξέρω για εσάς, αλλά εμένα το μάτι το κακό μού προκαλεί κάτι φρικτούς πονοκεφάλους και ημικρανίες και σκοτοδίνες και μετά πρέπει να παρακαλάω τη μάνα μου να με ξεματιάσει και δε συμμαζεύεται. Φαντάζομαι με καταλαβαίνετε, γιατί έτσι είμαστε όλοι εμείς οι Έλληνες. Μας πιάνει εύκολα το μάτι το κακό. Και δεν υπάρχουν και λίγοι λόγοι για να μας βάζουν στο μάτι οι ξένοι κι εμάς να μας πιάνει το μάτι...
Από την έλλειψη τάξης που χαρακτηρίζει την προηγούμενη παράγραφο, μάλλον έχετε αντιληφτεί πόσο φουρκισμένος είμαι τη στιγμή που γράφω. Κι αν βρείτε διπλά και τριπλά γράμματα στο κείμενο, είναι που τρέμω ολόκληρος από τη σύγχυση και την ταραχή και τα δάχτυλά μου πατούν και δυο και τρεις φορές το κάθε γράμμα στο πληκτρολόγιο. Και πώς να μην είμαι συγχυσμένος κι εγώ κι εσείς και ο απανταχού ελληνισμός με όσα συμβαίνουν.
Στο καινούριο φρούτο αναφέρομαι που του έδωσαν και όνομα ήδη και το ονόμασαν «κίνημα είμαστε όλοι Έλληνες». Χα! Με κάτι τέτοια γίνομαι οπαδός των θεωριών συνωμοσίας που διατυπώνονται από πολύ... σοβαρά χείλη. Είναι να μην πιστεύεις τόσο πειστικές και τεκμηριωμένες θεωρίες; Κάποιοι ανόητοι, βέβαια, χαίρονται κιόλας και πιστεύουν ότι βρήκαμε συμπαραστάτες και αξιόπιστους συμμάχους αλλά πού μυαλό να δουν τι κρύβεται πίσω από όλο αυτό το πανηγυράκι του «είμαστε όλοι Έλληνες»;
Δηλαδή, πού ήταν όλοι αυτοί, που σήμερα διατυμπανίζουν «είμαστε όλοι Έλληνες», όσο εμείς χύναμε αίμα και ιδρώτα για να φτάσουμε μέχρι εδώ; Πού ήταν όλοι αυτοί όταν ξεπλατιζόμασταν για να φτιάξουμε τον Παρθενώνα; Να σας πω εγώ πού ήταν! Σε κάτι σπηλιές ήταν κι όταν έβγαιναν από αυτές, πηδούσαν από δέντρο σε δέντρο σαν την τσίτα του Ταρζάν. Εμ τότε δε συνέφερε να είναι Έλληνες, γιατί οι Έλληνες ιδροκοπούσαν κάτω από τον καυτό αττικό ήλιο για να μεγαλουργήσουν και να φτιάξουν μεγαλεία που σήμερα θαυμάζει όλη η ανθρωπότητα πίνοντας καφέ, τσίπουρα και μπύρες στα μπαρ της Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Τώρα τι να σας κάνουμε βρε λεβέντες; Το χτίσιμο ήταν το λούκι. Να τον βλέπουμε, μπορούμε και μόνοι μας.
Πού ήταν όλοι αυτοί, όταν τραβούσαμε κουπί σε τρικυμίες και φουρτούνες; Πού ήταν όταν ψάχναμε τα πιο λαμόγια και τους πιο διεφθαρμένους, για να τους κάνουμε πολιτικούς; Είχαμε καμιά βοήθεια τότε; Μόνοι μας ψάχναμε. Πού ήταν όλοι αυτοί όταν πήραμε έναν σκασμό λεφτά από την ΕΕ και ψάχναμε να βρούμε τρόπους να τα σπαταλήσουμε; Πού ήταν, όταν αναζητούσαμε τις πιο ασφαλείς τράπεζες στην Ελβετία για να καταθέσουμε το υστέρημά μας, όταν ψάχναμε τα πιο πολυτελή αυτοκίνητα για να τα αποκτήσουμε και να τα επιδεικνύουμε στις πλατείες, όταν αναζητούσαμε τις πιο σικ τοποθεσίες για να ανεγείρουμε βιλίτσες και βιλάρες και ό,τι άλλο επιθυμούσαμε; Είχαμε καμιά συμπαράσταση τότε; Αμ δεν είχαμε.
Και τώρα; Ε, τώρα που τα καταφέραμε, όλοι θέλουν να είναι Έλληνες. Δεν είναι έτσι το πράγμα! Έτσι ξέραμε κι εμείς! Δηλαδή, τώρα που κατάλαβαν οι κουτόφραγκοι σε τι πολυτέλεια ζούμε, τώρα θυμήθηκαν να είναι όλοι Έλληνες; Και κάποιοι ηλίθιοι δικοί μας χαίρονται γι αυτό. Μα δε σκέφτεστε, γιατί να θέλουν να είναι Έλληνες όλοι αυτοί; Κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Είναι τόσο απλό... Θέλουν να είναι Έλληνες για να έχουν όσα κι εμείς. Ναι αλλά εμείς δεν τα αποκτήσαμε ως δια μαγείας. Αγωνιστήκαμε για όλα αυτά, κουραστήκαμε, ξεπουλήσαμε καθετί ηθικό, πουλήσαμε την ίδια την ψυχή μας στο διάολο. Δεν ήταν και τόσο εύκολο. Λούκι μεγάλο ήταν.
Ε όχι κυρίες και κύριοι που θέλετε να είστε όλοι Έλληνες, δεν πρόκειται να σας γίνει το χατίρι που να χτυπιέστε ολημερίς κι ολονυχτίς. Δεν τα μασάμε εμείς κάτι τέτοια. Κορόιδα ψάχνετε; Δεν είμαστε εμείς κουτόφραγκοι να μοιραστούμε τις ανέσεις μας, τα αραλίκια μας και τις πολυτέλειές μας με όλους εσάς που τώρα είδατε το φως το αληθινό.
Και στο κάτω κάτω της γραφής, άντε και πιανόμαστε κορόιδα και αποδεχόμαστε το αίτημά σας και σας κάνουμε την τιμή να είστε όλοι Έλληνες, δε σκέφτεστε ότι τότε θα υπάρξει ένα τόσο δα μικρό προβληματάκι; Γιατί, αν όλοι εσείς γίνετε Έλληνες, τότε ποιος, που να πάρει, θα δουλεύει σαν το γομάρι για να συνεχίσει να μας δίνει εμάς δανεικά και να περνάμε ζάχαρη; Ε, ποιος θα το κάνει; Γιατί, έχω την αίσθηση, ότι εμείς οι Έλληνες δεν πρόκειται να το κάνουμε ποτέ!


Υ.Σ. Αναρωτιέμαι αν, τώρα που τόσοι πολλοί ξένοι θέλουν να γίνουν Έλληνες, μπορώ εγώ να γίνω ένας Γερμανός, ένας Ολλανδός ή κάτι άλλο ξένο βρε παιδί μου...

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Παιδεραστής σε Νηπιαγωγείο...

Θα εμπιστευόσασταν ποτέ σε μια ομάδα πυροσβεστών υπό τις εντολές ενός πυρομανή να σβήσει τη φωτιά που κατακαίει το σπίτι σας; Μήπως θα εμπιστευόσασταν σε έναν πεινασμένο λύκο τη φύλαξη του κοπαδιού σας από αιγοπρόβατα για να πάτε προς νερού σας; Μήπως θα εμπιστευόσασταν το παιδάκι σας σε Νηπιαγωγείο του οποίου τη διεύθυνση έχει αναλάβει γνωστός και αμετανόητος παιδεραστής; Θα θεωρήσω, για την οικονομία του λόγου, ότι η απάντηση στα προηγούμενα ερωτήματα είναι αρνητική από την πλειονότητα των ερωτηθέντων.
Και αν τελικά, λειτουργώντας ως σώφρονες άνθρωποι, δεν εμπιστευόσασταν κανέναν από τους παραπάνω, για ποιο λόγο να εμπιστεύεστε στους κατ’ επάγγελμα πολιτικούς το μέλλον της χώρας (σπίτι), της περιουσίας σας (κοπάδι) ή των παιδιών σας (παιδιά); Γιατί μάλλον αυτό κάνετε δίνοντας ξανά και ξανά την ψήφο σας (εμπιστοσύνη) σε πολιτικούς που αντιμετωπίζουν την πολιτική ως μόνιμη ιδιότητα και ως επάγγελμα, κάποτε και ως οικογενειακή επιχείρηση.
Όσο κι αν προσπαθώ να εντοπίσω έστω αφορμές εμπιστοσύνης προς το λαό μας, μου είναι πλέον εξαιρετικά δύσκολο. Οι επιλογές μας, κατ’ επανάληψη, υπήρξαν παράλογα καταστροφικές. Τα αποτελέσματα αυτού του παραλογισμού βιώνουμε σήμερα. Παρόλα αυτά η αισιοδοξία μου ως προς τις μελλοντικές επιλογές μας βρίσκεται στο ναδίρ. Εκείνο που βλέπω είναι μια επανάληψη λαθών που μας οδήγησαν στην προβληματική καθημερινότητά μας. Το θέμα, βέβαια, δεν είναι τι βλέπω ή τι δε βλέπω προσωπικά. Το θέμα είναι ότι αυτό ακριβώς οσμίζονται και οι πολιτικοί κι ετοιμάζονται να αξιοποιήσουν την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί. Προς όφελος των ιδίων και προς δυστυχία δική μας, βέβαια.
Σε αυτό ακριβώς το κλίμα είναι ενταγμένες οι πρακτικές που ακολουθούν οι περισσότεροι. Συγχωροχάρτια ζητούν είτε με δακρύβρεχτες απολογίες μεταμέλειας και ύφος αμαρτωλού που είδε το φως το αληθινό είτε με μεταγραφή σε άλλα κόμματα είτε με τη δημιουργία καινούριων. Θύματα αναζητούν απευθυνόμενοι σε μάζες ηλιθίων. Γιατί αν δε μας περνούσαν για ηλιθίους, θα τα είχαν μαζέψει και θα πήγαιναν στο καλό γνωρίζοντας ότι δεν τους παίρνει άλλο. Μάλλον όμως, πιστεύουν ότι τους παίρνει κι άλλο. Κι εμείς τους δώσαμε ένα τέτοιο δικαίωμα. Γιατί μπορεί ο σοφός λαός να το φωνάζει ποικιλοτρόπως με το «ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, ούτε τη γνώμη άλλαξε ούτε την κεφαλή του» ή με το «άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς» αλλά από ό,τι φαίνεται αυτός ο σοφός λαός είναι ένας άλλος λαός. Στον δικό μας φαίνεται να πέφτει πολύ βαριά και δυσνόητη τόση σοφία!
Το πρόβλημα είναι η κουλτούρα μας. Κι αυτή δείχνει να κινείται σε επίπεδα απόλυτου μηδέν. Λείπει η ωριμότητα που θα λειτουργούσε διδακτικά, λείπει η κοινωνική συνείδηση που θα λειτουργούσε ενωτικά, λείπει η γνώση που θα λειτουργούσε ως ανάχωμα στις προσπάθειες των διεφθαρμένων να εκμεταλλευτούν ανθρώπους προς όφελος δικό τους και των... δικών τους.
Είναι μεγάλη ευκολία να ρίχνουμε σήμερα συνολικά τα βάρη για την κατάστασή μας στους κακούς «ξένους». Αυτοί οι ίδιοι ήταν οι καλοί «ξένοι» που μέχρι πριν λίγο καιρό μας δάνειζαν για να περνάμε καλά. Βέβαια, εκείνοι μας δάνειζαν για να κάνουμε επενδύσεις, για να οργανώσουμε και να εκσυγχρονίσουμε το κράτος, για να προχωρήσουμε σε αναπτυξιακές κινήσεις. Πού να το φανταστούν ότι εμείς όλο αυτόν τον πακτωλό χρημάτων που εισέρρεε στη χώρα, τον μετατρέπαμε σε μεγάλου κυβισμού αυτοκίνητα, σε μεγάλης έκτασης εξοχικά, σε παχυλούς λογαριασμούς σε ξένες τράπεζες, σε ταξιδάκια αναψυχής, σε σινιέ ρουχαλάκια...
Αν χρειαζόμαστε «βαρβάρους» για να αισθανθούμε καλύτερα, θα πρέπει να τους αναζητήσουμε ανάμεσά μας. Το «πας μη Έλλην βάρβαρος» δεν ισχύει στην περίπτωσή μας. Οι «βάρβαροι» βρίσκονται ανάμεσά μας κι όσο τους ανεχόμαστε και τους στηρίζουμε, θα συνεχίσουν να κάνουν αυτό που γνωρίζουν καλά: να κοιτάζουν την πάρτη τους αδιαφορώντας για τον πόνο, τη φτώχια, την κατάντια που δημιουργούν. Οι «ξένοι» μας δάνεισαν και τώρα κάνουν το πιο φυσιολογικό που θα μπορούσαν να κάνουν. Απλώς ζητούν πίσω τα λεφτά τους. Μήπως το ίδιο δε θα έκανε ο καθένας από εμάς;
Όσο για το κίνημα φιλελληνισμού που αναπτύσσεται και προβάλλεται κατά κόρον από κανάλια, σταθμούς, εφημερίδες ήταν αναμενόμενο. Όλοι αυτοί που δηλώνουν «είμαστε όλοι Έλληνες», μάλλον γνωρίζουν πόσοι Έλληνες κυκλοφορούν με πολυτελή porsche cayenne, BMW, Mercedes, σκάφη αναψυχής και δε συμμαζεύεται, χωρίς να πληρώνουν τους φόρους που τους αναλογούν. Και ποιος δε θα ήθελε να είναι Έλληνας με τέτοιες πολυτέλειες!
Και μπορεί κάποιοι να φωνάζουν «give greece a chance» αλλά μάλλον το φωνάζουν προς τη λάθος κατεύθυνση. Ό,τι μας δώσουν οι ξένοι, θα το απαιτήσουν πίσω πολλαπλάσια. Εκείνοι που πλέον πρέπει «να δώσουν μια ευκαιρία στην Ελλάδα» είναι οι Έλληνες. Αυτοί όμως, συνεχίζουν να δίνουν ευκαιρίες σε εκείνους τους πολιτικούς που μας οδήγησαν στην καταστροφή. Συνεχίζουν να εμπιστεύονται τον «παιδεραστή στο νηπιαγωγείο». Τέτοια διαστροφή!

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Α, τα Χριστούγεννα ήταν; Εμείς την Ανάσταση περιμένουμε!

Εδώ και λίγο καιρό, το ανήθικο, διεφθαρμένο και τραγικά ανίκανο πολιτικό κατεστημένο που δημιουργήσαμε με τη συμμετοχή μας, εκθρέψαμε με τη διαπλοκή μας και συντηρούμε με την αποχή μας έχει αποδυθεί σε ανελέητο αγώνα. Αγώνα για εντοπισμό του υπευθύνου για το χάλι μας το μαύρο. Και πριν ο κόκορας λαλήσει, τον εντόπισαν -όχι τον κόκορα. Τέτοια ταχύτητα! Τύφλα να έχουν ο Πουαρό, ο Σέρλοκ Χολμς και ο Μάρλοου μαζί. Και σαν άλλοι «29 κατασκευαστές πλυντηρίων» οι διεφθαρμένοι λαϊκιστές συμφωνούν: υπεύθυνο για όλα τα δεινά του ελληνικού έθνους -Πελοποννησιακός πόλεμος, Τουρκοκρατία, Κατοχή, Εμφύλιος, δικτατορία και πλέον χρεοκοπία- είναι το παιντί, δηλαδή ο Γιωργάκης. Τέτοια αντανακλαστικά!
Από το «μαζί τα φάγαμε» έχουν περάσει αιώνες. Τα κοράκια της εξουσίας κατάλαβαν ότι αυτό μόνο εχθρούς για εκείνους γεννούσε. Άλλωστε οι κοιλιές ορισμένων εραστών της εξουσίας είναι εμφανώς αδύνατον να συγκριθούν με εκείνες του μέσου Έλληνα. Οπότε τι να πουν; Ότι ναι μεν μαζί τα φάγαμε αλλά εσείς έχετε καλύτερο μεταβολισμό και δε σας πιάνεται αυτό που τρώτε;
Χρειάζονταν διαφορετική λύση. Κι ο κλήρος έπεσε στον Γιώργο -κι ο αθεόφοβος έδωσε πολλά δικαιώματα. Πολύ πρώτο! Προσέξτε συλλογιστική. Αφού διεφθαρμένοι πολιτικοί και παρατρεχάμενοι δημοσιογράφοι, κάθε παράταξης και μέσου, εντόπισαν το φταίχτη, μένει η πολιτική εξόντωση και περιθωριοποίηση του πρώην πρωθυπουργού κάτι που ελάχιστα ενδιαφέρει, γιατί μάλλον κανείς δεν έχει την αίσθηση ότι «θα χάσει η Βενετιά βελόνι». Ενδιαφέρει, όμως, ο σκοπός των ανίκανων. Το σχέδιο είναι απλό. Πρώτα μας πείθουν ότι ο Γιώργος είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για το χάλι μας το μαύρο. «Δεύτερα», τον αποκαθηλώνουν από πρωθυπουργό και μάλλον από ΠΑΣΟΚάρχη. «Τρίτα», προστρέχουν στους πολίτες με δάκρυα στα μάτια για άφεση αμαρτιών, δυστυχείς που δεν κατάλαβαν νωρίς τις προθέσεις εκείνου που μέχρι χθες έγλυφαν και στήριζαν. «Τέταρτα», απαλλαγμένοι από τα ανοσιουργήματα που εν αγνοία τους(!!!) τελέστηκαν σε βάρος της χώρας, ξαναζητούν τη στήριξή μας για να μη χάσουν τις θεσούλες τους και τα προνόμιά τους. Το «πέμπτα» ούτε θέλω να το σκέφτομαι...
...Αλλά το φοβάμαι, γιατί έχει να κάνει με τις επιλογές μας, δηλαδή τις επιλογές του λαού. Κι αυτός -παρά τα θρυλούμενα- τις τελευταίες δεκαετίες, δεν έχει να επιδείξει επιλογές που να εμπεριέχουν έστω ψήγματα λογικής. Η κατάσταση που βιώνουμε στους περισσοτέρους γεννά φόβο, απαισιοδοξία, ανασφάλεια και αβεβαιότητα για το μέλλον, συναισθήματα που καθιστούν παρείσακτη οποιαδήποτε λογική, η οποία και εγκαταλείπεται. Είναι αυτό ακριβώς που επιδιώκουν τα κοράκια της εξουσίας. Η εκμετάλλευση των τρομαγμένων είναι πια απλή υπόθεση. Οι διεφθαρμένοι ήδη επανακάμπτουν ως μεσσίες για εξασφάλιση της έμπρακτης στήριξης -παροχή ψήφου- ή της ανοχής -αποχή από τα κοινά- που θα τους επιτρέψει να συνεχίσουν να ελέγχουν την εξουσία και να προωθούν τα άνομα συμφέροντά τους σε βάρος όλων μας.
Κι όμως, λύση υπάρχει και δεν είναι άλλη από τη συμμετοχή, αρκεί αυτή να εμπεριέχει ίχνη λογικής. Είμαστε υπεύθυνοι για το οικοδόμημα της διαφθοράς και άρα υπεύθυνοι για την κατεδάφισή του. Το ξεσκαρτάρισμα δεν είναι τόσο δύσκολο όσο φαντάζει. Χρειάζεται απλώς να εντοπίσουμε τι ευνοεί τη διαφθορά. Και την ευνοούν πολλά. Ματαιοδοξία, έλλειψη ηθικής, παιδείας, κοινωνικής συνείδησης και κυρίως ελέγχου. Γρήγορη εξέταση των δεδομένων δείχνει ότι η μακρόχρονη παραμονή συγκεκριμένων πολιτικών προσώπων στην εξουσία διευκόλυνε τη διαπλοκή τους με το οικονομικό και δημοσιογραφικό κατεστημένο. Η συγκεκριμένη κατάσταση δημιούργησε συμμαχίες ενάντια στο λαό οδηγώντας ένα μεγάλο τμήμα του στην ανέχεια, το περιθώριο και τη χώρα στη χρεοκοπία.
Κι εδώ μπαίνουμε εμείς, δηλαδή ο λαός. Μία στάση -όχι λύση- είναι να συνεχίσουμε να υπομένουμε την αθλιότητα ως κομπάρσοι στηρίζοντας ανίκανους πολιτικούς βουτηγμένους στη διαφθορά. Η λύση είναι να διεκδικήσουμε ρόλο πρωταγωνιστικό σπάζοντας την αλυσίδα διαιώνισης της διαφθοράς. Πώς θα γίνει αυτό; Μα με την επιλογή καινούριων προσώπων. Σε κανέναν από εκείνους που στήριξαν υπάρχουσες πολιτικές δεν πρέπει να δοθεί ψήφος και άρα ευκαιρία για επανεκλογή. Κι αυτό ανεξάρτητα από το κόμμα που θα στηρίξει κάποιος. Άλλωστε κανένα κόμμα δε διαθέτει λύση τη δεδομένη στιγμή. Σε κανέναν από τους νυν και πρώην πολιτικούς δεν πρέπει να δοθεί ψήφος. Είναι καιρός να πάνε στα σπίτια τους -για φυλακή δεν το βλέπω- και να μας αφήσουν ήσυχους. Στο εξής, σε κανέναν πολιτικό δεν πρέπει να δοθεί ψήφος για δεύτερη θητεία, σε κανέναν να μην επιτρέψουμε να κάνει επάγγελμα την πολιτική.
Αν σε κάθε εκλογική αναμέτρηση ανανεώνουμε τα πολιτικά πρόσωπα, τους αφαιρούμε τη δυνατότητα να ταμπουρώνονται στην εξουσία και να διαπλέκονται με οικονομικά και δημοσιογραφικά συμφέροντα. Το φαινόμενο των αιώνιων βουλευτών και υπουργών είναι καιρός να σταματήσει. Και μόνο εμείς μπορούμε να στήσουμε τα αναχώματα που απαιτούνται. Αν περιμένουμε βελτίωση κάνοντας απλώς ευχές, δε θα τη δούμε ποτέ. Άλλωστε τις μέρες που πέρασαν δεν ανταλλάξαμε και λίγες. Ναι αλλά και ο νέος Χρόνος μας βρήκε στα ίδια ενώ τα χειρότερα έπονται. Η Ανάσταση δεν πρόκειται να έλθει αν δεν την προκαλέσουμε με τις επιλογές μας.