Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Είναι οι ευχές, ανόητε!!!

Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Λάρισα, down town. Μόλις 8 π.μ.! Μα πόσο σκοτάδι μπορεί να έχει;;; Έξω. Γιατί μέσα έχω ανάψει φώτα, άρα δεν έχει σκοτάδι. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα φανταστεί έτσι αυτή τη μέρα. Ούτε κάπως έτσι. Κάποιες… ατυχείς συμπτώσεις με έχουν φέρει στο χώρο εργασίας μου. Μπορώ να αρχίσω να γκρινιάζω. Μέρα που είναι, το δικαιούμαι νομίζω. Αλλά δε θα το κάνω. Μια ακόμα μέρα είναι. Κι ας την έχουμε περιβάλλει με συμβολισμούς. Κι ας την έχουμε φορτώσει με χίλια δυο (1002) στερεότυπα. 
Σε τίποτα δε διαφέρει από τις υπόλοιπες. Κόσμος χαίρεται, κόσμος λυπάται, κερδίζει, χάνει, ερωτεύεται, αρρωσταίνει, γίνεται καλά, γεννιέται, πεθαίνει, αγαπάει, μισεί, γελάει, ξεχνάει, θυμάται, κλείνει συμφωνίες, χάνει τη δουλειά του, κοιμάται, ξυπνάει, σκέφτεται, διαβάζει, γράφει, ανοίγει το μαγαζί του, ταξιδεύει, βαριέται, διασκεδάζει, συμβιβάζεται… Απλά κόσμος που απλώς κάνει τη δουλειά του (τι ωραίο παράδειγμα χρήσης του «απλώς» και του «απλά»!!!). 
Γι αυτό λέω ότι δε διαφέρει και πολύ. Εντάξει, θα ακούσουμε και θα πούμε περισσότερες ευχές. Αλλά μέχρι εκεί. Άλλωστε δεν είμαστε και λαός που του λείπουν αυτές, για να περιμένουμε μια τέτοια μέρα. Από τη στιγμή που θα ανοίξουμε τα μάτια μας μέχρι τη στιγμή που θα τα κλείσουμε (ή έστω λίγο πριν) μια ευχή στο στόμα έχουμε. Από το πρωί μέχρι το βράδυ ευχόμαστε. Ο ένας στον άλλον αλλά και στον εαυτό μας. «Καλημέρα», «Καλό βράδυ», «Καληνύχτα», «Καλό ξημέρωμα», «Καλό μεσημέρι», «Καλό απόγευμα», «Καλή τύχη», «Καλό τυχερό», «Με ένα καλό παιδί (ή κορίτσι, γιατί το κορίτσι δεν πιάνεται για παιδί… συνήθως)», «Καλό κουράγιο», «Καλό καφέ», «Καλή όρεξη», Καλή χώνεψη», «Καλό ταξίδι»… Οπότε, με τόσες και τόσες ευφάνταστες, καθημερινές ευχές, οι Χριστουγεννοπρωτοχρονιάτικες θα μας βλάψουν; Σιγά και μην! Πάντως, ποτέ δεν το είχα σκεφτεί τόσο συνολικά. Μα είμαστε με τα καλά μας; Εμείς σπαταλάμε περισσότερη σκέψη για να εντοπίσουμε την κατάλληλη ευχή παρά για να υλοποιήσουμε αυτό που ευχόμαστε. Και πιθανότατα, φτάσαμε εδώ που φτάσαμε, εξαιτίας των υπέρμετρα πολλών ευχών. 
Είναι οι ευχές που μας οδήγησαν στην κρίση! Πιστεύουμε ότι είναι αρκετό. Ευχόμαστε, για να μην κάνουμε και πολλά. 
Αν προσπαθήσει κάποιος, από εκείνους που για τα πάντα δημιουργούν μια στατιστική, να συμμαζέψει όλο αυτό το καθημερινό ευχολόγιο, θα έχουμε κατακτήσει μια θέση στα βραβεία Guinness, που είναι πολύ ωραία και σημαντικά βραβεία. Από την άλλη, ακόμα και ο πιο άσχετος περί των οικονομικών θεμάτων, θα καταλάβαινε ότι ο Έλληνας σπαταλάει δεκάδες εργατοώρες σε ευχές. Τρέλα! Φτάνω σε σημείο να πιστεύω ότι εμείς δε χρειαζόμαστε Μνημόνια σαν αυτά τα «επονείδιστα» που μας έχει επιβάλλει το απάνθρωπο, νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό κατεστημένο. Εμείς χρειαζόμαστε «Ευχομνημόνιο». Μάλιστα, «Ευχομνημόνιο». 
Ο κάθε ανόητος τώρα θα σκέφτεται (σιγά και μην μπορεί να το κάνει) «και τι στο καλό είναι ένα “Ευχομνημόνιο”;». Μα, ανόητέ μου, ένα «Ευχομνημόνιο» είναι σαν όλα τα άλλα. Περιλαμβάνει περικοπές, απολύσεις, πίεση, ανεξάντλητους φόρους, υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητας της ζωής με στόχο που δεν τον έχει ανακαλύψει ποτέ κανείς, έστω κι αν όλοι ισχυρίζονται ότι στόχος είναι το συμμάζεμα. Το «Ευχομνημόνιο» είναι, λοιπόν, αυτό που ξεκάθαρα δηλώνει η λέξη. Ένα Μνημόνιο για τις ευχές. Αφού ως λαός οδηγηθήκαμε σε κρίση και σε πτώχευση και σε μιζέρια και σε ανέχεια και σε κατάθλιψη και σε αυτοκτονίες, εξαιτίας των πολλών ευχών, είναι καιρός να μπει μια τάξη. 
Εδώ, λοιπόν, έρχεται το «Ευχομνημόνιο» και θεσπίζει μέτρα επονείδιστα. Επιβάλλει περικοπές στις ευχές. Επιβάλλει και μέτρα για τους παραβάτες. Κάθε Έλληνας θα δικαιούται μία, άντε δύο το πολύ ευχές καθημερινά. Αν αυτό δεν αρκεί, θα δικαιούται μία, άντε δύο το πολύ ευχές, σε εβδομαδιαία βάση. Πόσο σκληρό Θεέ μου! Ναι αλλά έτσι θα μπει τάξη. Εκεί να δεις πρωτογενές πλεόνασμα. Βάλτε τα κάτω ή στο τραπέζι ή κάπου αλλού (όχι στο πόδι, όμως, γιατί δεν πρόκειται για δουλειά του ποδαριού) και θα δείτε πόσες εργατοώρες μπορούν να εξοικονομηθούν. Ούτε παραπανήσιοι φόροι ούτε άλλες περικοπές στους μισθούς ούτε απολύσεις ούτε δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Εννοείται, βέβαια, ότι πρέπει να υπάρξουν και αντίστοιχες ποινές για τους παραβάτες. 
Ούτε ΔΝΤ ούτε τίποτα! Άντε ίσως ένα ΔΕΤ (Διεθνές Ευχετικό Ταμείο). Γιατί δεν είμαστε και άνθρωποι να μας έχει κανείς εμπιστοσύνη. Τη θέλουμε την επιτήρησή μας. Μωρέ, του Έλληνα ο τράχηλος υπομένει και παραϋπομένει τους ζυγούς (όχι το ζώδιο). 
Ορίστε η λύση. Καθόμαστε και χάνουμε τον καιρό μας με οικονομικά μέτρα και διαρθρωτικές αλλαγές. Αυτή κι αν είναι διαρθρωτική αλλαγή. Τα πάνω κάτω. Κι εγώ αισθάνομαι σχετικά υπερήφανος που τα σκέφτηκα όλα αυτά (περιμένοντας τους τεχνίτες να τελειώσουν τη δουλειά τους) και μάλιστα τόσο μα τόσο πρωί. Τελικά είμαι άνθρωπος πάσας (όχι ποδοσφαιρικής) ώρας. Δημιουργικός και καινοτόμος. Και αισθάνομαι ικανοποίηση που τα σκέφτηκα και τα καθαρόγραψα στο τέλος της χρονιάς. Ωραίο κλείσιμο. Σωτήριο για το έθνος. Ανατρεπτικό για την οικονομία. Ίσως σκέψη για Νόμπελ (κι αυτά είναι πολύ ωραία και εξίσου σημαντικά βραβεία). Τι καλύτερο να προσδοκώ για την επόμενη χρονιά; Ίσως να κοιμηθώ λίγο παραπάνω την επόμενη παραμονή Πρωτοχρονιάς! 

Ο κ. Ζάχος, υιοθετώντας τα ανάλογα στερεότυπα, 
εύχεται σε όλους ένα υπέροχο, δημιουργικό, κερδοφόρο, γεμάτο υγεία 2014!!!

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Φταίει το Σύστημα;

Συζήτηση με μαθητές Λυκείου. Γκρινιάζουν. Δηλώνουν απογοητευμένοι και μάλλον είναι. Νιώθουν απογοήτευση, επειδή, για κακή τύχη τους, γεννήθηκαν στην Ελλάδα. Οργή, επειδή είναι αναγκασμένοι να δώσουν Πανελλαδικές. Αγανάκτηση, γιατί άλλες χώρες «ανακαλύπτουν» τους ταλαντούχους νέους τους και τους αξιοποιούν. Δυσανασχετούν με το «Σύστημα» που αγνοεί ή περιορίζει τις αξιοζήλευτες ικανότητές τους, καταδικάζοντάς τους στη μετριότητα. Ο καθένας τους θεωρεί τον εαυτό του ταλέντο ολκής. Η συζήτησή τους μαζί μου καθόλου δε μετριάζει το θυμό τους. Μάλλον τον επιτείνει. Στην ερώτηση «τι έχουν κάνει, ώστε κάποιος να έχει λόγους να τους “ανακαλύψει”», τα κεφάλια σκύβουν. Οι αντιδράσεις τους... εξαϋλώνονται. Στην ερώτηση «ποιο είναι, επιτέλους, αυτό το “Σύστημα” που μας καταπιέζει, μας περιορίζει, μας βασανίζει, δε μας αφήνει να σηκώσουμε κεφάλι, μας κάνει το βίο αβίωτο;», απάντηση ακόμα περιμένω. Αδημονώ.
Δεν μπορούσα, βέβαια, να κάθομαι με σταυρωμένα χέρια και να περιμένω. Τα ξεσταύρωσα. Ούτε έτσι, όμως, μπορούσα να περιμένω. Οπότε σκέφτηκα να γράψω κάτι, αναμένοντας την απάντηση των παιδιών. Θα πει κάποιος «Πφφφ, παιδιά! Τι να περιμένει κανείς;». Τα παιδιά όμως, «κάποιε», από κάπου έμαθαν ότι το «Σύστημα φταίει» για καθετί αρνητικό ή περιοριστικό. Και δεν είναι λίγες οι πηγές έμπνευσής τους. Αντίθετα. Η λογική του «φταίει το Σύστημα» αποτελεί ίσως το πιο ενοποιητικό στοιχείο της κοινωνίας μας. Σίγουρα το πιο βλαμμένο. Προβάλλεται διαρκώς και αξιοποιείται επαρκώς όχι από λίγους. 
Το «Σύστημα» είναι η δικαιολογία του μαθητή, του οποίου οι επιδόσεις κινούνται στο έρεβος. Της μάνας, της οποίας του παιδιού οι επιδόσεις χαρακτηρίζουν την έννοια του απροσμέτρητου βάθους. Του εργαζομένου που δεν αναγνωρίζεται από τον εργοδότη. Του επιχειρηματία, του οποίου η επιχείρηση πάει κατά διαόλου. Του πολιτευτή που δεν κατάφερε να εκλεγεί. Του πολιτικού που κατάφερε να εκλεγεί αλλά αδυνατεί να εφαρμόσει όσα υποσχέθηκε. Του πολίτη που δυσκολεύεται να αποπληρώσει τα δάνειά του. Του δημόσιου υπαλλήλου που βλέπει το μισθό του να συρρικνώνεται. Του οπαδού που βλέπει την ομάδα του να χάνει περισσότερες φορές από εκείνες που παίζει. Του εθνικιστή που βλέπει την Ελλάδα να πατώνει. Του διεθνιστή που παρακολουθεί την ΕΕ να φυλλοροεί...
Άρα τα παιδιά είχαν πού να μοιάσουν. Και ποιο είναι αυτό το «Σύστημα» επιτέλους; Ποιοι είναι αυτοί που διαμορφώνουν, ελέγχουν, καθορίζουν το «Σύστημα»; Λογικά(;) «Σύστημα» δεν είναι οι προαναφερθέντες. Αν ήταν ή ένιωθαν να είναι, δε θα τα έβαζαν με αυτό. Οπότε «Σύστημα» είναι ο ... κανένας ή ο κανένας από όσους το κατηγορούν. Μπορεί, λοιπόν, το «Σύστημα» να είναι κάτι αδιόρατο, υπερφυσικό, μεταφυσικό ή παραφυσικό που όμως ασχολείται επισταμένως με τα εγκόσμια και ενίοτε μας ψεκάζει, πιθανώς για να σπάει πλάκα. 
Ελπίζω ότι όλα αυτά έχουν καταστήσει σαφές το βλακώδες της υπόθεσης περί «Συστήματος» που δεν αφήνει τον άνθρωπο και δη τον ικανό άνθρωπο να αγιάσει. Το «Σύστημα» είναι κάτι ορατό, χειροπιαστό. Είμαστε εμείς. Όλοι μας. Είναι η κοινωνία, οι κώδικες, οι κανόνες λειτουργίας της. Είναι ο τρόπος ζωής και οι συνθήκες που επιλέξαμε. Άλλος λίγο, άλλος πολύ το επηρεάζουμε, το ανατροφοδοτούμε καθημερινά. Οι πράξεις μας, οι συμπεριφορές μας, οι επιλογές μας είναι η κινητήρια δύναμή του, το καύσιμό του. 
Το «Σύστημα» είναι μια μηχανή. Εμείς τα εξαρτήματά της. Οι θεσμοί, τα άτομα αποτελούν τα μέρη του. Και σαν μηχανή, το «Σύστημα» μπορεί να δουλεύει καλά ή όχι. Εξαρτάται από εμάς. Αν αγοράσετε έναν υπολογιστή κι αυτός δε λειτουργεί σωστά ή δε λειτουργεί καθόλου, τα πράγματα είναι απλά. Με το να τον σπάσετε, να τον πατήσετε κάτω και να τον διαλύσετε με μανία, μάλλον δεν καταφέρνετε πολλά. Εδώ βρίσκεται η διαφορά του «Συστήματος» από τις υπόλοιπες μηχανές. Τα βάζετε, λοιπόν, με τον κατασκευαστή του, τον πάτε για επιδιόρθωση ή για αντικατάσταση. 
Τι ισχύει με το «Σύστημα - Κοινωνία»; Αν δε λειτουργεί σωστά, δεν έχω εναλλακτικές. Αν το σπάσω, το πατήσω κάτω και το διαλύσω με μανία, μάλλον δεν καταφέρνω πολλά. Σίγουρα δεν το βελτιώνω. Κυρίως, δεν μπορώ να «το πάω πίσω και να το αλλάξω με άλλο». Όταν τα βάζω με αυτό, τα βάζω με τον εαυτό μου ή τους γύρω μου. Είπαμε ήδη ότι τα εξαρτήματά του είμαστε εμείς. Εμείς το κατασκευάζουμε, το εξελίσσουμε, το βελτιώνουμε. Αν δημιουργούμε ή οι ίδιοι αποτελούμε κακής ποιότητας εξαρτήματα (παιδιά, οικογένεια, εκπαίδευση, Πολιτεία...), δεν μπορούμε να έχουμε απαιτήσεις. Αν επιθυμώ να το βελτιώσω, πρέπει να βελτιωθώ ο ίδιος ή να βελτιώσω τα εξαρτήματα, τα οποία κατασκευάζω γι αυτό. 
Το θέμα είναι ότι οι περισσότεροι έχουν την αίσθηση ότι αποτελούν ιδανικά εξαρτήματα. Γι αυτούς το πρόβλημα είναι οι άλλοι. Η έννοια της ευθύνης συνήθως αγνοείται κι αυτό τροφοδοτεί και διαιωνίζει τη συγκεκριμένη στάση ζωής. Όσο συνεχίζει να «φταίει το Σύστημα», είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται να δούμε άσπρη μέρα. Ίσως η λύση να είναι πιο απλή. Την επόμενη φορά που θα νιώσετε (αυτό δεν ενοχλεί ιδιαίτερα) ή θα πείτε (αυτό είναι βδελυρό, τρισάθλιο και βαρετό εξίσου) ότι «φταίει το Σύστημα», ας σκεφτείτε τι έχετε κάνει εσείς γι αυτό και πόσο υπεύθυνοι είστε για τις δυσλειτουργίες του. Μήπως αποτελείτε εσείς το ψεγάδι του; Μήπως δημιουργείτε (ως γονείς, εκπαιδευτικοί, πολιτικοί...) τέτοια; Ή έστω ανέχεστε να υπάρχουν γύρω σας ελαττωματικά εξαρτήματα; 
Πιθανότατα, λοιπόν, όταν «φταίει το Σύστημα», φταίμε εμείς. 


Ο κ. Ζάχος απεχθάνεται να ακούει ιστορίες από «ταλαντούχους» ανθρώπους, 
τους οποίους το «Σύστημα» δεν αναγνώρισε  ποτέ




Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Συνταγή χρεοκοπίας

Υπόθεση. Έστω ότι είστε ιδιοκτήτης επιχείρησης. Πολύ μεγάλης (με το συμπάθιο). Απασχολείτε πάνω από ένα εκατομμύριο υπαλλήλους. 
Τώρα πρέπει να της βρούμε ένα «αντικείμενο». Έστω, λοιπόν, ότι η εταιρεία εξειδικεύεται στην παραγωγή άγχους, γραφειοκρατίας, μετριότητας, αυθαιρεσίας, τεμπελιάς, αθλιότητας, ρουσφετιών, καθυστέρησης, δηλαδή, του απόλυτου «τίποτα». Επειδή από οικονομικά σκαμπάζετε όσα και το μύδι, η επιχείρηση ποτέ δεν πήγαινε καλά. Φυσικό. Η αγορά ποτέ δεν εκτίμησε τα προϊόντα της. Παρ’ όλα αυτά, ως επικίνδυνα ηλίθιος, προσλαμβάνατε υπαλλήλους, εξίσου ανίκανους με εσάς και, ως επί το πλείστον, άχρηστους. «Υπαλλήλους στο σακί», δηλαδή. Πιστεύατε ότι θα σας φαίνονταν χρήσιμοι σε άλλες -ας πούμε- πολιτικές φιλοδοξίες σας. Παρότι η επιχείρηση δεν είχε κέρδη, πρόσφερε παχυλές αμοιβές και ευφάνταστα επιδόματα. Επίδομα ξυσίματος, αργοπορίας προσέλευσης, ανάγνωσης φλιτζανιού, γρήγορης αποχώρησης, ανάδευσης φραπέ, ανάδρομου Ερμή... 
Πού έβρισκε τα χρήματα; Εύκολο. Τα χρήματα ήταν δανεικά. 
Κάποτε τα πράγματα αρχίζουν να δείχνουν ότι δεν πάνε καλά. Ποτέ δεν πήγαιναν άλλωστε. Τα φίδια ζώνουν τους δανειστές -τους οποίους θεωρούσατε κουτόφραγκους. Οι «κουτόφραγκοι» τώρα απαιτούν το λογικό. Επιστροφή των δανεικών. Αντιλαμβανόμενοι την εξωφρενική ανικανότητά σας, αναλαμβάνουν τη διαχείριση επιβάλλοντας δραστικά μέτρα και αναδιάρθρωση. Περιορισμός κόστους λειτουργίας και δραματική μείωση προσωπικού. Φυσικό. Τα προϊόντα της εταιρείας συνεχίζουν να μη φέρνουν το παραμικρό κέρδος. 
Ωραία. Είστε υποχρεωμένος να απολύσετε υπαλλήλους. Το θέμα είναι ποιους. Χρειάζεστε κριτήριο. Πρέπει να διώξετε τους πιο οκνηρούς. Τους μη παραγωγικούς. Τους κοπανατζήδες. Εκείνους που έχουν κατακλέψει την εταιρεία. Όσους αδιαφορούν για τη δουλειά τους. Αυτούς που δε σέβονται τους πελάτες σας. Εννοείται ότι δε θα αγγίξετε τους παραγωγικούς, όσους έχουν προσόντα, διάθεση, οργανωτικό πνεύμα, υπευθυνότητα κι όλα τα ωραία που μπορεί να διαθέτει ο εργαζόμενος. 
Αμ δε! Ανακαλύπτετε ότι, επειδή προσλαμβάνατε «υπαλλήλους στο σακί», επειδή ποτέ δεν είχαν δεχτεί την αξιολόγησή τους κι εσείς τους νταντεύατε, απλώς δε διαθέτετε κριτήριο. Αγνοείτε ποιους να εκπαραθυρώσετε κλοτσηδόν και ποιους να κρατήσετε. Οι δανειστές, όμως, πιέζουν. Τους είναι αδύνατο να διανοηθούν ότι εσείς αγνοείτε από ποιους πρέπει να απαλλαγείτε! Διώχνετε, λοιπόν, ανθρώπους έτσι, χωρίς κριτήριο. Οπότε διώχνετε και ικανούς. «Χάνετε» άτομα με προσόντα, διάθεση να εργαστούν και να προσφέρουν. Από την άλλη, αρκετοί άχρηστοι τεμπέλαροι διασώζουν τις θεσούλες τους. Συνεχίζουν να αποτελούν βάρος ασήκωτο χωρίς ανταπόδοση. 
Ελπίδα διάσωσης καμιά. Η επιχείρηση οδηγείται στον ένατο κύκλο (ο κύκλος με τους προδότες) της κόλασης του Δάντη. Εσείς απλώς σκέφτεστε πόσο μεγάλο λάθος κάνατε που δεν αξιολογούσατε τους υπαλλήλους σας. Αν το είχατε κάνει, τώρα θα γνωρίζατε σε ποιους θα μπορούσατε να στηριχτείτε. Τώρα μαζί με τα χλωρά (είναι πάρα πολλά) καίγονται και τα ξερά (σπανίζουν στην εταιρεία σας). «Στερνή μου γνώση, να σε είχα πρώτα». Είναι αργά για οποιαδήποτε διόρθωση. 
Το ίδιο ακριβώς σκέφτονται και οι αξιόλογοι υπάλληλοί σας. Εκείνοι που έκαναν τη δουλειά, τη δική τους αλλά και των τεμπέληδων και ανάξιων συναδέλφων τους. Έκαναν λάθος όταν ανέχονταν τη μετριότητα, την ανευθυνότητα και την τεμπελιά των υπολοίπων. Το έβλεπαν... ανθρωπιστικά: «Ας μη χάσει τη θεσούλα του ο ανίκανος τεμπέλης. Έχει οικογένεια να θρέψει ο κρετίνος. Ας μη δημιουργούμε προβλήματα και εντάσεις μεταξύ μας στηλιτεύοντας τα κακώς κείμενα». Ναι, αλλά τώρα κάποιοι από τους ικανούς αντικρίζουν την πόρτα της εξόδου, χωρίς περιθώρια αντίδρασης. Τώρα κάποιοι από αυτούς, δεν έχουν να θρέψουν τη δική τους οικογένεια. Πού να το φαντάζονταν ότι, κάποια στιγμή, θα συνέβαινε το αυτονόητο: οι δανειστές να κλείσουν τις στρόφιγγες της χρηματοδότησης και η εταιρεία να οδηγηθεί σε διαδικασίες χρεοκοπίας. 
Τώρα είναι αργά για δάκρυα. Οι ικανοί συνειδητοποιούν ότι αποδείχτηκαν απόλυτα και ολοκληρωτικά ανόητοι με το να εμποδίζουν την αξιολόγηση, με το να «παίρνουν στα ποδάρια» τους τεμπέληδες και ανίκανους συναδέλφους τους. Μάλλον κι αυτοί είχαν βολευτεί λιγάκι στη χαλαρότητα. Τώρα σκέφτονται πόσο θα συνέφερε τους ίδιους η αξιολόγηση. Καταλαβαίνουν, όπως κι εσείς άλλωστε -πολύ αργά για διορθώσεις- ότι η ανοχή στην τεμπελιά, τη μετριότητα, την αθλιότητα ήταν η παγίδα που έστηναν οι ανίκανοι εγκλωβίζοντας τους ικανούς. Κατανοούν ότι η ανοχή στην αναξιοκρατία και τη φαυλότητα σήμαινε αποδοχή τους. Βιώνουν την απεραντοσύνη της ηλιθιότητάς τους. 
Η εταιρεία μπορεί να σωθεί με έναν τρόπο. 
Πρέπει να κλείσει. 
Να απολύσει τους πάντες και να επαναπροσλάβει μόνο λίγους και ικανούς. Τόσους όσους χρειάζεται. Με αυστηρές προϋποθέσεις και θέτοντας ξεκάθαρες απαιτήσεις στους νέους υπαλλήλους της. Όποιος δεν μπορεί να αντεπεξέλθει, ας πάει σπίτι του. 
Ανθρωπιά σίγουρα δε σημαίνει ανοχή στη μετριότητα, την τεμπελιά και τη βλακεία. Ο καθένας θα βρει τη θέση του κι αυτή θα είναι αντίστοιχη των προσόντων του. Κάποιοι κοπίασαν και συνεχίζουν να το κάνουν περισσότερο από κάποιους άλλους. Ε λοιπόν, πολύ απλά, δικαιούνται περισσότερα. Γιατί απλώς αυτοί θα μας πάνε μπροστά. 

 Ο κ. Ζάχος, αν μπορούσε να δώσει όνομα στην επιχείρηση της ιστορίας, 
 θα την ονόμαζε, τελείως τυχαία, 
«Ελλάδα ΑΕ»

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Επικοινωνία στο… περίπου!

Το γνωρίζω πολύ καλά! Είναι παιδιά. Όσο κι αν θέλουν να δείχνουν μεγάλοι. Είναι παιδιά. Η ζωή είναι μπροστά τους και τα περιμένει. Κι όμως, από αυτά ακούω όλο και πιο συχνά ό,τι θα περίμενα να ακούσω από έναν ηλικιωμένο αναλφάβητο. «Ελάτε κύριεεε! Καταλάβατε τώρα τι θέλω να πω»! Κι εγώ τι να πω; Ψέμα να πω; Τι είμαι επιτέλους; Κανένας ψεματούρης ολκής είμαι; Ε, λοιπόν, όχι! Η αλήθεια είναι ότι δεν κατάλαβα τι θέλει να πει ο ποιητής - μαθητής. Ούτε «τώρα» ούτε ύστερα ούτε ποτέ! Όση προσπάθεια κι αν καταβάλλω, όση καλή διάθεση κι αν δείξω, αδυνατώ. Αδυνατώ να κατανοήσω όσα αγωνίζονται κι αγωνιούν, αλλά τελικά, αδυνατούν να μου πουν. Η αίσθηση ότι αρκετά από τα παιδιά μιλούν μια άγνωστη, ακατανόητη γλώσσα είναι συχνή. Μια… «περίπου γλώσσα» που προέρχεται από αχαρτογράφητη περιοχή του εγκεφάλου. 
Μια θεϊκή κατάρα έχει πέσει πάνω μας. Ό,τι ακριβώς συνέβη και με τον πύργο της Βαβέλ. Έτσι θα ένιωθαν τα μαστόρια που συμμετείχαν στο εγχείρημα τότε. Σκεπάρνι ζητούσε ο ένας, τούβλο του εγχείριζε ο άλλος. Ευθεία απαιτούσε ο μηχανικός, καμπύλη έφτιαχνε ο μάστορας. Εμ, γίνεται έτσι δουλειά; Δε γίνεται! Και τα είδαμε τα αποτελέσματα. Μπάζα και κουρνιαχτός ο πύργος. Έτσι και σήμερα. Η κατάσταση καταλήγει πιο μπερδεμένη κι από το μίτο της Αριάδνης. Θυμίζει τζαζ εξωφρενικά πειραματική. Ο καθένας παίζει ό,τι γουστάρει, ό,τι του κατεβαίνει. Συνεννόηση καμιά. 
Όλο και περισσότερα παιδιά που βρίσκονται ένα βήμα πριν τις Πανελλαδικές, που, πιθανώς, θα φοιτήσουν στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση, που κάποια στιγμή θα είναι πτυχιούχοι, αδυνατούν να διαχειριστούν ακόμα και απλούς γλωσσικούς κανόνες. Αυτά τα παιδιά αντιμετωπίζουν ένα τερατώδες πρόβλημα και μάλιστα χωρίς να το συνειδητοποιούν. Ξέρουν να γράφουν, να διαβάζουν αλλά όχι να κατανοούν. Διαβάζουν ένα μάθημα για ώρες. Καταλαβαίνουν λίγα πράγματα κι αυτά στο… περίπου. Ισχυρίζονται ότι δεν έχουν απορίες. Οι επιδόσεις τους τελικά κινούνται στο… περίπου. Διαβάζουν ένα κείμενο εφημερίδας ή απόσπασμα βιβλίου. Διατείνονται ότι το κατανόησαν. Όταν, όμως, τους ζητηθεί περίληψη από αυτό, η διατύπωση ακόμα και των βασικών νοημάτων προσεγγίζει το αρχικό κείμενο στο… περίπου. Κι αυτό, αν κατανοήσουν τα βασικά νοήματα. Γιατί συνήθως αδυνατούν. Συμμετέχουν σε μια συζήτηση. Έχουν την αίσθηση ότι καταλαβαίνουν το συνομιλητή. Αδυνατούν, όμως, να μεταφέρουν σε άλλους τι άκουσαν. Κι αν χρειαστεί να εκφέρουν προσωπική άποψη για το θέμα, λένε άλλα αντί άλλων. Ζουν μια καθημερινότητα αλλά τους είναι αδύνατο να τη διηγηθούν. Μπορούν να το κάνουν μόνο στο… περίπου. 
Όλο και περισσότερα παιδιά -λειτουργικά αναλφάβητα χαρακτηρίζονται- διαθέτουν στο... περίπου αντίληψη για τον κόσμο. Στο… περίπου επικοινωνούν με τους άλλους. Στο… περίπου κατανοούν τη γνώση. Στο… περίπου συνειδητοποιούν τον εαυτό τους. Τα πάντα στο… περίπου. Η ουσία λείπει. Λείπει η δυνατότητα εμβάθυνσης. Βλέπουν γράμματα και λέξεις αλλά όχι νοήματα. Ο προβληματισμός, η αποκωδικοποίηση, ο συνδυασμός, η κατανόηση κινούνται έξω από τις δυνατότητές τους, γιατί όλα αυτά γίνονται με λέξεις και μάλιστα με λέξεις σε λογική σειρά. 
Παιδιά που μεγάλωσαν με ερωτήσεις του στιλ: «πόσο;» και «τι;». Κανείς δεν τα ρώτησε «γιατί;». Κανείς δεν απαίτησε από αυτά να διατυπώσουν μια ολοκληρωμένη σκέψη. Κανείς δε θέλησε να ακούσει από αυτά μια ολοκληρωμένη ιστορία. «Πόσο αγαπάς μπούλη τον παππού;». Ποτέ ο μπούλης δε ρωτήθηκε «Γιατί, μπούλη μου, αγαπάς τον παππού;». «Τι δώρο θέλεις μπούλα;». Ποτέ η μπούλα δε ρωτήθηκε «Γιατί, βρε μπούλα μου, θέλεις αυτό κι όχι εκείνο;». Στην ερώτηση «πώς τα πέρασες στο σχολείο σήμερα;» τα μπουλόπαιδα απαντούσαν: «Καλά» ή «Μμμμ». Κανείς δε ζήτησε περισσότερες λεπτομέρειες. Είναι βετεράνοι στο Facebook, έχουν φάει με την κουτάλα τουρκικά, βραζιλιάνικα, αιθιοπικά και αζερμπαϊτζανικά σήριαλ αλλά ούτε με κουταλάκι του γλυκού δε δοκίμασαν βιβλία και εφημερίδες. 
Οργουελικών διαστάσεων δυστοπία. Στρατιές νέων αδυνατούν να σκεφτούν οτιδήποτε. Τους λείπουν οι λέξεις για να το κάνουν. Δε διαθέτουν τα αναγκαία ώστε να αναλύσουν, να κατανοήσουν, να αντιδράσουν. Φαντασία(;) για τον Όργουελ. Πραγματικότητα για μας. Θλιβερή, απογοητευτική, δυσοίωνη. Παιδιά που αγωνίζονται για την εισαγωγή τους σε μια σχολή, που θα πετύχουν ίσως σε αυτή, αγνοούν ότι τελικά θα αποτύχουν και μάλιστα όχι στο… περίπου. Η αποτυχία θα είναι ξεγυρισμένη κι ολοκληρωτική, γιατί πλέον δεν υπάρχει και το Δημόσιο να τα βολέψουμε εκεί. Αγνοούν ότι τους λείπει το αναγκαίο εφόδιο για την επικοινωνία, για την κοσμοαντίληψη. Λείπει ο συνεκτικός κρίκος του «εγώ» με το αντικειμενικό. Λείπει η γλωσσική κουλτούρα. 
Παιδιά ήδη καταδικασμένα. Κι όμως, το αγνοούν. Ζουν ανάμεσα σε άλλους, κινούνται σε ένα πλέγμα εξελίξεων, προβλημάτων, επιτευγμάτων, συνεχών αναθεωρήσεων. Κι όλα αυτά τα ζουν στο... περίπου.
Στο… περίπου η αντίληψή τους για τον κόσμο, στο… περίπου η επικοινωνία τους με τους άλλους. Τελικά, πόσο κρίμα. Κι εγώ πρέπει να διορθώσω. Είναι παιδιά. Μια… «περίπου ζωή» είναι μπροστά τους και τα περιμένει. Η πραγματική ζωή είναι για τους άλλους. Και οι άλλοι είναι πια, δυστυχώς, τόσο λίγοι! 

Ο κ. Ζάχος τα έγραψε και εκτονώθηκε. 
Στο... περίπου!

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

ΒΑΒΕΛ!


Πριν πολλά πολλά χρόνια (εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ", 15.10.2000) είχα γράψει αυτό:


Η περίοδος αυτή αποτελεί για μένα την πιο οδυνηρή περίοδο της εκάστοτε σχολικής χρονιάς όχι μόνο γιατί εντάσσομαι σε πλήρες και πολύωρο πρόγραμμα μαθημάτων -και άρα κάθε έννοια χαλάρωσης εξαφανίζεται- αλλά γιατί είναι η περίοδος που δέχομαι τα πρώτα γραπτά της χρονιάς από τους μαθητές μου. Κάθε φορά το γεγονός αυτό μου προκαλεί έντονο σοκ, εκνευρισμό αλλά, το σημαντικότερο, προβληματισμό, οργή και λύπη. Δεν πρόκειται να δημοσιοποιήσω τα «μαργαριτάρια» των μαθητών –και είναι πάρα πολλά αυτά- αφού θεωρώ ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε προσβολή των δασκάλων, των γονιών αλλά και, γενικότερα του περιβάλλοντος που ευθύνεται για τη διαπαιδαγώγηση και, συνεπώς, για τη γλωσσική παιδεία αυτών των νέων. 
Είναι γεγονός ότι κάθε χρονιά ανάμεσα στο πλήθος των γραπτών υπάρχουν εκείνα που με κάνουν αισιόδοξο για την πορεία αρκετών παιδιών, αφού η κατάρτισή τους, η άποψη για την πραγματικότητα και τελικά το επίπεδο καλλιέργειάς τους πιστοποιείται από την ποιότητα και την ιδιαιτερότητα των εργασιών τους. Πρόκειται για εργασίες ατόμων που πρόκειται να πετύχουν στη ζωή τους και να διεκδικήσουν θέσεις εξουσίας. Όμως, δυστυχώς, αυτά τα δείγματα καλύπτουν ένα μικρό ποσοστό ανάμεσα στο πλήθος των Εκθέσεων με τις οποίες έρχομαι κάθε εβδομάδα σε επαφή. 
Τα περισσότερα κινούνται σε μέτριο ως πολύ χαμηλό επίπεδο και το περιεχόμενό τους μόνο απλοϊκό μπορεί να χαρακτηριστεί. Γεμάτα λάθη συντακτικά και ορθογραφικά, που μαρτυρούν την άγνοια βασικών κανόνων, αλλά και με απόψεις που βρίσκονται πολύ μακριά από την πραγματικότητα, δίνουν την αίσθηση ότι τα άτομα αυτά δεν έχουν καμιά επαφή με το περιβάλλον τους. Η αδυναμία αυτών των παιδιών να περιγράψουν ακόμα και απλές καθημερινές καταστάσεις είναι τραγική. Αδυνατούν να στηρίξουν τις απόψεις τους και να οδηγηθούν σε ουσιαστικά συμπεράσματα, αδυνατούν να συνδέσουν νοήματα μεταξύ τους και να χρησιμοποιήσουν τις λέξεις με το πραγματικό τους νόημα. 
Κάθε φορά σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη της λαθεμένης πορείας που ακολουθούμε ως προς τη διαπαιδαγώγηση και κατάρτιση των νέων μας. Είναι απόδειξη ότι το κακό ξεκινάει από τα πρώτα εκπαιδευτικά στάδια με προγράμματα που δεν έχουν ουσιαστικά αποτελέσματα ως προς την κατάκτηση ακόμα και του πρωταρχικού εφοδίου που χρειάζεται κανείς, δηλαδή τη γλώσσα. Με δασκάλους που αγνοούν και οι ίδιοι ακόμα και τους βασικούς κανόνες χειρισμού του κώδικα επικοινωνίας μας, δασκάλους που δεν έχουν προσεγγίσει ποτέ ένα ουσιαστικό έντυπο, όχι μόνο βιβλίο, αλλά και εφημερίδα ή έστω και περιοδικό –το «Λοιπόν», το «Σοκ» και τα συναφή δεν ανήκουν στα «ουσιαστικά»- αδυνατώντας να διδάξουν και τα πιο απλά, αφού και οι ίδιοι δεν τα έχουν κατανοήσει. 
Είναι απόδειξη μιας εκπαίδευσης που σε όλα τα στάδια απαιτεί αποστήθιση και όχι έρευνα και προβληματισμό, απαιτεί αγώνα για βαθμό και όχι για απόκτηση εφοδίων ζωής. Είναι τελικά απόδειξη της αδιαφορίας της ίδιας της οικογένειας για την ουσιαστική καλλιέργεια των παιδιών της, αφού τα πρότυπα που τους προβάλλει ταυτίζουν τον ελεύθερο χρόνο με την παθητικότητα, την αποχαύνωση μπροστά στην τηλεόραση, την αποξένωση και την έλλειψη διαλόγου ανάμεσα στα μέλη της. Είναι τελικά το επίπεδο της γλωσσικής καλλιέργειας των μαθητών η απόδειξη του ότι η εύκολη λύση που έχουμε επιλέξει ως κοινωνία σε κάθε θέμα δεν μπορεί παρά αργά ή γρήγορα να προκαλέσει κινδύνους. 
Είναι πράγματι εξοργιστικό να σκέφτεται κανείς την αδιαφορία και την ανευθυνότητα των ανθρώπων που έχουν αναλάβει την προετοιμασία και τη διαδικασία διαπαιδαγώγησης της νέας γενιάς. Τι είδους συνείδηση διαθέτουν; Τι έχουν να απολογηθούν; Συνειδητοποιούν άραγε το πρόβλημα; Ή μήπως και εκεί η εύκολη λύση της επίρριψης ευθυνών στους άλλους και στο σύστημα είναι η λύση; Οι εκπαιδευτικοί, από τη μια πλευρά, καταδικάζουν την αδιαφορία των γονιών και εγκαταλείπουν κάθε ουσιαστική προσπάθεια που θα μπορούσε να συμβάλλει στη βελτίωση των παιδιών και, από την άλλη, οι γονείς κατηγορούν ασύστολα τους εκπαιδευτικούς αποποιούμενοι κάθε ευθύνης συνεχίζοντας την παθητική, πολύωρη παρακολούθηση τηλεοπτικών προγραμμάτων χείριστης ποιότητας. 
Το πρόβλημα είναι τραγικό! Τα παιδιά αυτά αδυνατούν να κατανοήσουν ακόμα και απλές καθημερινές έννοιες, αδυνατούν να κατανοήσουν τις εξελίξεις και άρα να προσαρμοστούν σ’ αυτές. Δεν είναι λίγα τα παιδιά που μου λένε ότι στην προσπάθειά τους να διαβάσουν μια εφημερίδα αδυνατούν να κατανοήσουν τα μηνύματά της, αδυνατούν άρα να ενημερωθούν ουσιαστικά. Αδυνατούν να εκφράσουν τις απόψεις τους ακόμα και για απλούς όρους και προβλήματα που τίθενται στην καθημερινή διδασκαλία. Η απάντηση σχεδόν μόνιμη: «το ξέρω αλλά δεν μπορώ να το εκφράσω». Μα αυτό σημαίνει ότι αδυνατούν να σκεφτούν, αφού… σκέφτομαι με λέξεις. 
Πολλοί είναι εκείνοι που συνδέουν το πρόβλημα με ορισμένες μόνο εκφάνσεις της ζωής μας, όμως κάτι τέτοιο είναι παράλογο και εξωπραγματικό, γιατί γλώσσα είναι τα πάντα. Η παράδοσή μας, ο πολιτισμός μας, τα επιτεύγματα που μας περιβάλλουν, τα πάντα αποκτούν υπόσταση μόνο όταν η γλώσσα τα μορφοποιήσει με κάποιες έννοιες. Γλώσσα είναι η επικοινωνία μας με τον κόσμο, το περιβάλλον μας, είναι η εικόνα του επιπέδου καλλιέργειας που διαθέτουμε, της αισθητικής μας.
Αναρωτιέμαι πώς αυτά τα παιδιά θα μπορέσουν να διεκδικήσουν θέση εργασίας; Τι προσωπικότητα θα επιδείξουν όταν θα χρειαστεί να κριθούν από κάποιον εργοδότη μέσω συνέντευξης; Πώς θα πείσουν τον πελάτη τους σε έναν, οποιοδήποτε επαγγελματικό χώρο; Το σημαντικότερο, με τι κώδικα συνεννοούνται με τους φίλους τους, με ποιο τρόπο εκφράζουν τα συναισθήματά τους, τις σκέψεις και τις απορίες τους για τη ζωή; Με ποιο τρόπο τελικά θα εξωτερικεύσουν τον έρωτά τους, την αγάπη τους και τελικά την οργή και την αντίδρασή τους; Πώς θα καταφέρουν να ενημερωθούν για τις εξελίξεις που πλέον συντελούνται με ραγδαίους ρυθμούς, ώστε να καταφέρουν να τις παρακολουθήσουν; Ή μήπως θα είναι τα θύματα της εποχής μας που θα φυτοζωούν στο περιθώριο αδυνατώντας να παρέμβουν στις διαδικασίες; 
Το πρόβλημα λαμβάνει διαστάσεις τεράστιες και είναι λογικό να μας θλίβει το γεγονός αυτό που μόνο «αναλφαβητισμός» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Σε μια εποχή γνώσης και τρομακτικών δυνατοτήτων διάδοσής τους, σε μια εποχή υψηλής κατάρτισης και εξειδίκευσης είναι απαράδεκτο το φαινόμενο αυτό. Τι πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον; Όταν ο καθένας δίνει στις έννοιες ένα νόημα διαφορετικό ποια θα είναι η κατάσταση; Μήπως οι νέοι αυτοί θα αισθάνονται ότι ζουν σε μια σύγχρονη «Βαβέλ» αδυνατώντας να κατανοήσουν ακόμα και απλά γλωσσικά μηνύματα; 


Λίγο καιρό μετά (εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», 25.10.00) 
το Δ.Σ. του Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Λάρισας 
απάντησε με αυτό:

«Το Διοικητικό Συμβούλιο του συλλόγου συζήτησε το παραπάνω δημοσίευμα και τις αναφορές του στο Δάσκαλο του Δημοσίου σχολείου και ομόφωνα: 

-Εκφράζει την έκπληξή του, την απορία του αλλά και την αγανάκτησή του για τα όσα ισχυρίζεται ο κ. Ζάχος για το έργο του δασκάλου και το ρόλο του στο δημόσιο δωρεάν σχολείο. 

-Ο κ. Ζάχος προσβάλλει βάναυσα χιλιάδες εκπαιδευτικούς όταν, με ανάξιους σχολιασμούς, ισχυρισμούς και αυθαίρετες γενικεύσεις, ούτε λίγο ούτε πολύ κρίνει τους δασκάλους στο σύνολό τους ακατάλληλους για την αποστολή τους. 

-Θεωρούμε αυτονόητο το δημοκρατικό δικαίωμα του καθενός να διατυπώνει δημόσια τις απόψεις του, δεν μπορούμε όμως να δεχτούμε από κανέναν να συκοφαντεί με χυδαιότητα και εμπάθεια τον κλάδο των δασκάλων που τόσα έχει προσφέρει και θα συνεχίζει να προσφέρει στην ελληνική κοινωνία και στη χώρα. 

-Εκτός κι αν κάποιοι μηδενίζουν τα πάντα στο βωμό της άγρας πελατών και της διαφήμισής τους στο χώρο της παραπαιδείας που πιστά υπηρετούν. 

-Τα πάντα όμως έχουν κι ένα μέτρο και λυπούμαστε ειλικρινά που σ’ αυτή την περίπτωση ο κ. Ζάχος έχει χάσει την αίσθηση του μέτρου και του ανεκτού».  


Όλα αυτά τα θυμήθηκα μετά από πολλά πολλά χρόνια 
επειδή ετοιμάζω κάτι ακόμα για το θέμα.

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

33%... Οι Ψεκασμένοι

«Επιτρέπεις στους ισχυρούς να απαιτούν την εξουσία εν ονόματι του “ανθρωπάκου”. 
Όμως, εσύ ο ίδιος παραμένεις βουβός. 
Ενισχύεις τους ισχυρούς με περισσότερη δύναμη. 
Επιλέγεις για εκπροσώπους ανθρώπους αδύναμους και κακοήθεις. Τελικά διαπιστώνεις πάντα, πολύ αργά, πως σ’ έπιασαν κορόιδο».  

Wilhelm Reich, Άκου, Ανθρωπάκο! 

Ε ναι, αυτή τη φορά το ομολογώ. Έπαθα ό,τι παθαίνει ο πιο δραματικά άξεστος κρετίνος της οικουμένης. Έπεσα από τα σύννεφα. Αιτία; Η δημοσίευση έρευνας που αναφέρει ότι το 33% των Ελλήνων πιστεύει ότι μας ψεκάζουν. Μάλιστα! Ένας στους τρεις και βάλε αποτελεί μέλος του ιδιοφυέστατου κλαμπ των συνωμοσιολόγων που επιρρίπτει κάθε ευθύνη για τα δεινά του λαού και του τόπου μας στους... ψεκασμούς. Ναι. Το 2013 υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Και δεν είναι ούτε ένας ούτε δύο ούτε τρεις. Είναι τριάντα τρεις στους εκατό από εκείνους που ζουν γύρω μας, ανασαίνουν, έχουν άποψη και -που να πάρει και να σηκώσει- την εκφράζουν. 
Και τι λένε αυτοί οι «33%»; Λένε ότι είμαστε αυτό που είμαστε, ότι φτάσαμε εκεί που φτάσαμε, εξαιτίας ψεκασμών. Λένε ότι η συμπεριφορά, οι επιλογές, η στάση μας, οφείλονται σε μικροσταγονίδια που φτάνουν στα ρουθούνια μας κι από εκεί στα πνευμόνια και στον εγκέφαλό μας από αεροπλάνα που γεμίζουν τον καταγάλανο ουρανό της πατρίδας μας με «ουρές» αερίων και άλλων κακών. Λένε ότι για την κατάθλιψη, για τις αυτοκτονίες, για το χρέος, για την απελπισία, για το φόβο, για την ανευθυνότητα, για την αδράνεια που επιδεικνύουμε φταίνε οι ψεκασμοί που δεχόμαστε από τις δυνάμεις του κακού.
Όλα αυτά μπορεί να τα λένε και τα λένε σοβαρά, αλλά τελικά απλώς δεν ξέρουν τι λένε. Το περίεργο είναι ότι η συγκεκριμένη άποψη βρίσκει μεγάλη απήχηση όχι μόνο σε άτομα μεγάλης ηλικίας και ίσως αμόρφωτα. Όχι σε άτομα που πάσχουν από γεροντική άνοια ή εγνωσμένης και ιατρικά διαπιστωμένης ηλιθιότητας. Όχι. Βρίσκει ιδιαίτερη απήχηση μεταξύ ατόμων 18-24 ετών! Σε άτομα, δηλαδή, που ξοδέψαμε χρόνο και χρήμα για να τα μορφώσουμε, ίσως και να τα σπουδάσουμε και να τα καλλιεργήσουμε. Στα μούτρα μας! Άμα η επένδυση είχε αυτά τα αποτελέσματα, όλοι οι υπόλοιποι -εκτός του 33%- καταλαβαίνουν γιατί η χώρα και ο λαός μας βρίσκονται στο λάκκο με τα σκα...ά και δεν μπορούν να πάρουν ανάσα. 
Αν το καλοσκεφτεί κανείς (το 33% σίγουρα αδυνατεί), ένας στους τρεις με τους οποίους ερχόμαστε καθημερινά σε επαφή, πιστεύει τη συγκεκριμένη μπαρούφα. Τραγικό αλλά ισχύει. Ένας στους τρεις από εκείνους στους οποίους λέμε «καλημέρα» και «καληνύχτα», είναι βλαμμένος μέχρι εκεί που ο ανθρώπινος νους αδυνατεί να αντιληφθεί. Κι όμως, αυτός ο ένας στους τρεις κυκλοφορεί ελεύθερος. Ζει ανάμεσά μας, ψηφίζει, οδηγεί, εργάζεται, πίνει, τρώει, κοιμάται (κι αυτό το τελευταίο, το κάνει με χαρακτηριστική άνεση). Οπότε έτσι εξηγούνται όλα, μα όλα. Τα αναπάντητα ερωτήματα βρίσκουν απάντηση. Έτσι εξηγείται η άξεστη συμπεριφορά τόσων οδηγών, τα αποτελέσματα των εκλογών, η επιδεικτική τεμπελιά και η χοντροκοπιά και ο λαϊκισμός και ο ορυμαγδός λαθών και απρεπειών που έχουν τιγκάρει την καθημερινότητά μας. 
Και αυτοί οι 33% νιώθουν κι ευτυχισμένοι. Βρήκαν δικαιολογία για όλα. Παλιότερα για όλα έφταιγε το Σύστημα. Σήμερα, φταίνε οι ψεκασμοί. Φταίνε για τις αποτυχίες τους, για τη μετριότητά τους, για την απόγνωσή τους, για τη διάψευση των προσδοκιών τους, για τη μιζέρια τους, για την υποτίμηση που δέχονται καθημερινά, για την αδυναμία τους να αμφισβητήσουν, για την αδυναμία τους να αποπληρώσουν τα δάνεια, για το ότι παρασύρθηκαν σε έναν τρόπο ζωής στον οποίο δεν μπορούν πια να ανταποκριθούν. 
Δηλαδή, καλό μου 33%, τις αποφάσεις και τις επιλογές μας τις καθορίζουν τα πνευμόνια μας; Ε άμα είναι έτσι, να κυκλοφορείτε με μάσκες και λύθηκε το πρόβλημα. Όμως, δεν είναι έτσι. Και κατά βάθος, το ξέρετε ότι δεν είναι. Γιατί, άντε και τα σώσατε τα πνευμονάκια σας και τα κρατάτε καθαρά και υγιή από τους ψεκασμούς, τι γίνεται με τα άλλα; Τι γίνεται με το μυαλό και την «ψυχή»; Κουβαλάτε δράμι από αυτά; Με βεβαιότητα, όχι. Οπότε χωρίς μυαλό, χωρίς δυναμισμό, χωρίς γνώση και καλλιέργεια, δεν πάτε πουθενά. Όσες μάσκες κι αν φορέσετε, η μετριότητα, η αθλιότητα και η μεγαλοπρεπής ηλιθιότητα θα σας συνοδεύουν πάντα και παντού. Κοιτάξτε γύρω σας. Θα δείτε ανθρώπους που σκέφτονται, που αντιδρούν, που αγωνίζονται, που κάνουν σωστές επιλογές, που δεν παρασύρονται, που κοπιάζουν, που είναι ευγενικοί, που γίνονται μέρα με τη μέρα καλύτεροι, που πετυχαίνουν. Όλοι αυτοί πώς το κάνουν; Μήπως κρατάνε την ανάσα τους, όταν γίνεται ψεκασμός; Ε, λοιπόν, κρατάτε την κι εσείς. Αλλά κρατάτε την πολύ. Μέχρι που να σκάσετε και να μας απαλλάξετε από την παρουσία σας. Αφήστε τους υπόλοιπους να καταναλώνουν το ψεκασμένο οξυγόνο. 
Δεν ξέρω αν φαίνεται, αλλά έχω εκνευριστεί. Ένας στους τρεις να δηλώνει απροκάλυπτα τη βλακεία του; Δε φτάνει που είναι απέραντα βλάκας, είναι και απέραντα ξετσίπωτος; Άντε να ζούσαμε στο Μεσαίωνα, να το δικαιολογήσω πάραυτα. Αλλά το 2013; Μετά από τόσους αιώνες αυτό καταφέραμε; Για ποια κατάκτηση μπορούμε να περηφανευτούμε; Τουλάχιστον όμως, τώρα εξηγούνται όλα. 
Λένε ότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Σίγουρα κάνουν ένα μεγάλο λάθος. Με όλα όσα συμβαίνουν στην ελληνική κοινωνία αποδεικνύεται ότι η ελπίδα ήδη μας έχει αφήσει χρόνους και καιρούς. Εκείνη που δε λέει να μας εγκαταλείψει είναι η απόλυτη και ολοκληρωτική βλακεία! Αυτή πεθαίνει τελευταία. Σαν τις κατσαρίδες μετά από πυρηνική καταστροφή! 

Ο κ. Ζάχος νιώθει σκασμένος. 
 Όχι επειδή κρατάει την ανάσα του! 


Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Αγώνας για ανοιχτά μυαλά

Άλλη μια πολυαναμενόμενη «επανάσταση» έμεινε στα χαρτιά ή, καλύτερα, στα μυαλά όσων αρνούνται πεισματικά να ξεφύγουν από την εποχή των Παγετώνων. Ούτε η εκπαιδευτική κοινότητα κατάφερε να σηκώσει το βάρος μιας επαναστατικής κίνησης που θα έριχνε την κυβέρνηση, θα έδιωχνε την τρόικα και τα επονείδιστα Μνημόνια. Επανάσταση ακούμε και επανάσταση δε βλέπουμε. Και καλά εμείς να περιμένουμε υπομονετικά την επόμενη αναγγελία επικείμενης επανάστασης. Τι γίνεται, όμως, με τους εμπνευστές και αγγελιαφόρους της; Μήπως κινδυνεύουν να πέσουν σε βαριάς μορφής κατάθλιψη βλέποντας τις ελπίδες τους για επανάσταση να διαψεύδονται η μια μετά την άλλη; Ή μήπως πρέπει επιτέλους να επαναπροσδιορίσουν τον όρο, μπας και δουν άσπρη μέρα; 
Δε λέω, ωραίες ήταν και οι εποχές που οι μάζες έπιαναν τις πέτρες, τα ακόντια, τα γιαταγάνια ή τα καριοφίλια και επαναστατούσαν απέναντι στον τύραννο. Ωραίες αλλά μακρινές και... βάρβαρες, βρε παιδί μου. Η σημερινή δημοκρατία προσφέρεται για επαναστάσεις αλλά για επαναστάσεις διαφορετικές. Πώς να το πω; Πιο εξευγενισμένες. Σε δημοκρατικές κοινωνίες οι λαοί διαθέτουν άλλα όπλα. Έχουν τις εκλογές. Εκεί οι πολίτες μπορούν να συμμετέχουν μαζικά, να εκφράζουν την άποψή τους και να κάνουν τις επιλογές τους. Μέσω της κάλπης μπορούν να στέλνουν στα σπίτια τους υποκριτές, ανίκανους και κλέφτες ενώ στο Κοινοβούλιο ειλικρινείς και άξιους. Το βρίσκω πιο ποιοτικό. Σίγουρα λιγότερο κοπιαστικό και απαιτητικό. Για να το κάνει κάποιος αυτό, δε χρειάζεται να διαθέτει τρομερές αντοχές για να τρέχει σε δρόμους ή κορφοβούνια ούτε να είναι άσος στο σημάδι. Ακόμα κι αν δυσκολεύεται να εντοπίσει την τρύπα της κάλπης, θα βρεθεί κάποιος καλός άνθρωπος της εφορευτικής επιτροπής και θα τον βοηθήσει. Ενώ στο παρελθόν τι θα έκανε; Θα έλεγε στο διπλανό του: πάρε και τη δική μου σφεντόνα και κοπάνα τον εχθρό στο «δόξα πατρί», γιατί εγώ βαράω στο γάμο του καραγκιόζη; Με βεβαιότητα, η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη σήμερα. Η μόνη προϋπόθεση για να σταθεί κανείς σωστά απέναντι στην κάλπη είναι να διαθέτει παιδεία. Εύκολο. Προϋποθέτει μόνο ανοιχτά σχολεία και ανοιχτόμυαλους δασκάλους. 
Τα πράγματα έχουν αλλάξει. Παλιά οι δούλοι, οι λαοί, οι εργάτες εγκατέλειπαν τη δουλειά και κατέβαιναν στους δρόμους. Αυτό έκαναν. Έκαναν πάρα πολύ καλά. Οι εργαζόμενοι, για παράδειγμα, έβλεπαν τον εργοστασιάρχη να τα κονομάει τρελά ενώ σ’ αυτούς μοίραζε ψίχουλα και τους φερόταν και σαν ζώα. Απεργούσαν και αυτό ήταν πραγματική πίεση. Με κλειστό το εργοστάσιο, ο εργοστασιάρχης σταματούσε να τα κονομάει τρελά. Αναγκαζόταν να περιορίσει λίγο τα κέρδη του, δίνοντας περισσότερα στους εργαζομένους. Δεν είχε άλλη λύση. Όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Σήμερα, ο εργοστασιάρχης έχει εναλλακτικές. Αν θεωρεί ότι οι εργαζόμενοι είναι αχάριστοι, «παίρνει» το εργοστάσιο, π.χ. από την Ελλάδα, και το πάει στην Κίνα ή όπου αλλού τον περιμένουν με ανοιχτές αγκάλες. Οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα παύουν να είναι εργαζόμενοι (είναι πλέον άνεργοι) ενώ ο εργοστασιάρχης συνεχίζει να τα κονομάει ακόμα πιο τρελά δίνοντας λιγότερα ψίχουλα σε εργαζομένους άλλης εθνικότητας. 
Από την άλλη, και οι μαζικές πορείες ή συγκεντρώσεις είχαν μια λογική στο παρελθόν. Με ελάχιστες δυνατότητες ενημέρωσης της κοινής γνώμης, όσοι διεκδικούσαν οτιδήποτε δεν είχαν άλλους τρόπους. Κατέβαιναν στους δρόμους, φώναζαν συνθήματα, μοίραζαν και μερικά φέιγ βολάν κι εντάξει. Οι υπόλοιποι ενημερώνονταν για τα αιτήματά τους και ή τους συμπαραστέκονταν (σε περιπτώσεις δίκαιων αιτημάτων) ή τους έγραφαν κανονικά (σε περίπτωση ανόητων απαιτήσεων). Σήμερα, γνωρίζουμε τι διεκδικεί ο καθένας, πριν ακόμα βγει να το διαλαλήσει. Γνωρίζουμε ποιος νιώθει αδικημένος, ποιος καταπιεσμένος, ποιος προδομένος και το μαθαίνουμε εύκολα, γρήγορα, άμεσα και από πολλές πηγές. Γιατί, λοιπόν, να κατέβει κανείς στους δρόμους και να ξελαρυγγιάζεται; Μήπως τα συνθήματα βοηθούν την κοινή γνώμη να κατανοεί καλύτερα τα αιτήματα; Όχι! Χώρια που όλη αυτή η ανακατωσούρα προκαλεί εκνευρισμό στους υπολοίπους και αρνητική διάθεση απέναντι στις συμπαθείς (πάντα) τάξεις των διεκδικητών. 
Οι επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να καλοβλέπουν χώρες που επιτρέπουν την εκμετάλλευση των εργαζομένων όσοι αγώνες κι αν γίνουν. Το κεφάλαιο θα συνεχίσει να κινείται προς τους φορολογικούς παραδείσους όσο κι αν διεκδικούμε δίκαιη κατανομή του πλούτου. Οι κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί θα αναλώνονται στην προσπάθεια βελτίωσης της κατάστασης μέσω της υποβάθμισης των συνθηκών του αναπτυγμένου κόσμου σε συνθήκες αναπτυσσόμενου. Αν πρέπει να αγωνιστούμε για κάτι σήμερα -σίγουρα πρέπει- είναι για την επιβολή δημοκρατικών κανόνων σε όσες χώρες επιθυμούν να συμμετέχουν στην παγκόσμια αγορά. Οι υπόλοιπες ας μείνουν στο περιθώριο. Κι αν οι κυβερνήσεις δεν είναι έτοιμες για κάτι τέτοιο, ίσως μπορούμε εμείς ως καταναλωτές! 
Και βέβαια, ο συγκεκριμένος αγώνας δεν μπορεί να στηριχτεί σε ξεπερασμένες εθνικές πρακτικές. Η παγκοσμιοποίηση απαιτεί παγκοσμιοποιημένες δράσεις και αυτό προϋποθέτει διαφορετική παιδεία. Παιδεία που θα βοηθήσει κυρίως τους νέους να καταλάβουν τις αρχές λειτουργίας της νέας πραγματικότητας. Και τότε θα μπορέσουν να την αντιμετωπίσουν και να τη βελτιώσουν με δημοκρατικές διαδικασίες. 
Κι αυτό είπαμε, προϋποθέτει ανοιχτά σχολεία και κυρίως ανοιχτά μυαλά από εκείνους που έχουν αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς. Αν κάποιος αγώνας αξίζει σήμερα, είναι ο αγώνας για δημιουργία ανοιχτών μυαλών. Ίσως έτσι να ζήσουμε την επανάσταση που κάποιοι οραματίζονται. Και την οραματίζονται μέσα από συντηρητικής κοπής αγώνες. Γι αυτό και διαψεύδονται επανειλημμένα.

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

Η τεχνολογία δε σκοτώνει τη δημιουργικότητα (αυτό το κάνει η ανοησία)

Σε κόμιξ, μερικές δεκαετίες πριν, οι Σκρουτζ, Ντόναλντ και ανιψάκια βρίσκονται σε άγνωστο πλανήτη. Στόχος να κρύψουν το πολύτιμο περιεχόμενο του θησαυροφυλακίου του Σκρουτζ σώζοντάς το από τις αρπακτικές διαθέσεις των Λύκων. Εκεί συναντούν πλάσματα που βρίσκονται τεχνολογικά έτη φωτός μπροστά σε σύγκριση με τους κατοίκους της Λιμνούπολης. Η ζωή τους όμως, γεμάτη ανέσεις, απαλλαγμένη από ρουτινιάρικες, βαρετές και καθόλου δημιουργικές γήινες ασχολίες, δεν τους κάνει ευτυχισμένους. Έχει καταλήξει αφόρητα ανιαρή, τα πάντα ρυθμίζονται από μηχανές υψηλής τεχνητής νοημοσύνης, τα βιολογικά χαρακτηριστικά τους έχουν αλλοιωθεί. Η κάτοικοι του πλανήτη διαθέτουν μικροσκοπικά και ατροφικά κάτω άκρα, αφού τη μετακίνησή τους έχουν αναλάβει ιπτάμενα οχήματα...
            Πολύ πριν την εφεύρεση του Διαδικτύου, των κινητών, των κάθε είδους αυτοματισμών που κυριαρχούν σήμερα, ένα παιδικό κόμιξ έθετε εξαιρετικά προχωρημένους προβληματισμούς. Η τεχνολογία μπορεί να κάνει τους ανθρώπους ή έστω τα παπιά πιο ευτυχισμένους; Διευρύνει ή περιορίζει τους δημιουργικούς ορίζοντες της ανθρωπότητας; Η απόκτηση μιας ψηφιακής φωτογραφικής μηχανής που ήρθε να αντικαταστήσει την παλιά αναλογική -η κακομοίρα είχε φάει πλέον τα ψωμιά της παρά τις φιλότιμες προσπάθειες να την κρατήσω στη ζωή- επανέφερε την ανάμνηση της ιστορίας και των προβληματισμών που προσπαθούσε να θέσει.
            Σοκ! Χωρίς να κάνω και πολλά, αποτυπώνει με εξαιρετική ευκρίνεια τα φαντασμαγορικά χρώματα του ηλιοβασιλέματος, την αχλύ του πρωινού τη στιγμή που ο ήλιος κάνει την εμφάνισή του, τις εκφράσεις των προσώπων σε στιγμές χαράς, λύπης, χαλάρωσης. Το τέλος της δημιουργικότητας; Μήπως μετατρεπόμαστε σε όντα σαν εκείνα του πλανήτη που είχαν αφεθεί στα... χέρια της τεχνολογίας που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει;
            Τo άγχος ότι -και λόγω ηλικίας- μετατρέπομαι σε σύγχρονο Λουδίτη ευτυχώς ήταν  μικρής έντασης και ακόμα μικρότερης διάρκειας. Τα πάντα επανήλθαν στη θέση που πάντα υποστήριζα. Η τεχνολογία δεν καταστρέφει ή έστω περιορίζει τη δημιουργικότητα. Αντίθετα, ανοίγει νέα όρια. Σε κάθε επίπεδο. Ίσως μάλιστα η τεχνολογία προσφέρει σε περισσότερους ανθρώπους τη δυνατότητα να είναι πιο δημιουργικοί. Τα πάντα, όπως συνέβαινε ανέκαθεν, συνδέονται αποκλειστικά με τον τρόπο χρήσης της και σίγουρα με την κουλτούρα του καθενός.
            Τα δεδομένα αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες. Οι υπολογιστές, η εξέλιξη των εφαρμογών και των δυνατοτήτων τους άνοιξαν νέους, συχνά επαναστατικούς δρόμους στην επιστήμη. Η προσφορά της τεχνολογίας στην ενημέρωση και την επικοινωνία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ακόμα και από τον πιο ηλίθιο νου. Νέες μορφές τέχνης (και η φωτογραφία) δημιουργήθηκαν και εξελίχθηκαν εξαιτίας της. Η αντικατάσταση του χαρτιού και του μολυβιού δεν έθεσαν περιορισμούς στη δημιουργική γραφή. Το ψηφιακό βιβλίο και η εφημερίδα δεν περιόρισαν την απόλαυση της ανάγνωσης. (...)
            Θα μπορούσα να συνεχίσω χωρίς σταματημό τα παραδείγματα που συνδέουν την τεχνολογία με τη διεύρυνση οριζόντων, την επίλυση προβλημάτων, την απάντηση ερωτημάτων, την καταπράυνση του πόνου, τον περιορισμό του μόχθου αλλά δεν έχει ιδιαίτερο νόημα. Η συνείδηση ότι η τεχνολογία είναι ανθρώπινο δημιούργημα, δίνει από μόνη της απάντηση στον προβληματισμό. Η εξέλιξή της δε σηματοδοτεί το «τέλος» μιας προσπάθειας αλλά πάντα την «αρχή» μιας νέας, πιο πολύπλοκης, πιο εύχρηστης, πιο παραγωγικής και συχνά πιο ανθρώπινης.
            Η καινούρια φωτογραφική μηχανή δεν είναι παρά η τεχνολογική αποτύπωση δεδομένων που κατάκτησαν προηγούμενες γενιές φωτογράφων. Είναι η τεχνολογική εφαρμογή γνώσεων και εμπειριών που αποκτήθηκαν μέσα από παρατήρηση χρόνων, με χρήση χιλιάδων χιλιομέτρων φιλμ. Μια καινούρια γενιά φωτογραφικών μηχανών έρχεται, όχι για να μας πει, «Εντάξει, τέλος η δημιουργικότητα. Τώρα οι μηχανές θα κάνουν τα πάντα»! Όχι. Έρχεται για να μας προκαλέσει: «Τελειώσαμε με τα δεδομένα. Βαρεθήκαμε τα ειδυλλιακά τοπία που στόλιζαν τα εφηβικά δωμάτια. Προχωρήστε σε νέες πρακτικές, διαμορφώστε νέες ιδέες, γίνετε περισσότερο ευφάνταστοι, ανακαλύψτε νέα όρια αισθητικής». Με απλά λόγια, κάθε νέα τεχνολογία ωθεί σε ανανέωση της δημιουργικότητας και της καινοτομίας. Αυτό συνέβαινε πάντα. Η επιστήμη, η τέχνη, η εργασία, η καθημερινότητα έβρισκαν πάντα συμμάχους στην τεχνολογία. Σίγουρα δεν έβρισκαν εχθρούς.
            Οι Νταλί και Πικάσο δεν υπήρξαν χειρότεροι ζωγράφοι από τον Ντα Βίντσι, αν και χρησιμοποίησαν καλύτερης ποιότητας πινέλα, καμβάδες ή μπογιές. Οι Higgs (σωματίδιο του Θεού), Watson και Crick (DNA) δεν αποτελούν επιστήμονες μικρότερης εμβέλειας από τον Αϊνστάιν, αν και αξιοποίησαν πιο σύγχρονα μέσα έρευνας. Η ιστορία θα συνεχίσει να καταγράφει επιστήμονες και καλλιτέχνες που θα προτείνουν νέες ιδέες, πρακτικές, λύσεις, τεχνοτροπίες, ειδικότητες... Το ανθρώπινο πνεύμα είναι μια μηχανή αναζήτησης και δημιουργίας. Το αν η τεχνολογία σκοτώνει τη δημιουργικότητα είναι ανόητος προβληματισμός. Χωρίς περιεχόμενο. Εκείνο που πράγματι θα άξιζε είναι ο προβληματισμός του πώς θα «κατασκευάσουμε» περισσότερους δημιουργικούς ανθρώπους. Γιατί ο ηλίθιος δεν μπορεί να είναι δημιουργικός, όσα μέσα κι αν του προσφερθούν. Το πραγματικό πρόβλημα ήταν ανέκαθεν αυτό!

Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Αναγνωρίζοντας (και αποφεύγοντας) ηλιθίους

Το να έρχεσαι καθημερινά σε επαφή με πολλούς ανθρώπους είναι γεγονός δραματικό, έτσι κι αλλιώς. Χωρίς προϋποθέσεις. Καταντάει δε τραγωδία, για όσους διαθέτουν κριτήρια επιλογής. Δε θα κάνουν παρέα με όλους (βαριούνται), δε χαμογελούν σε όλους (δε δίνουν θάρρος), δεν έχουν «έναν καλό λόγο για όλους» (δεν αρκεί να είναι κάποιος «αδιάφορος»). Το να οριστεί η «ηλιθιότητα» είναι δύσκολη υπόθεση. Διαχρονικά. Ο καθένας, ακόμα κι αυτός που αποτελεί τον απόλυτο και ολοκληρωτικό ορισμό του ηλιθίου στο λεξικό του Μπαμπινιώτη, χαρακτηρίζει διαρκώς κάποιους άλλους ως ηλιθίους. Αυτός, όμως, διαθέτει πράγματι το αισθητήριο αντίληψης της ανοησίας των άλλων; Όχι! Αυτός χαρακτηρίζει ηλιθίους απλώς όσους δε συμφωνούν μαζί του. Όποιος διαφωνεί μαζί τους, «φυσικά, και είναι ηλίθιος»! Αυτοί, λοιπόν, δεν πιάνονται. Το να χαρακτηρίσεις κάποιον ηλίθιο προϋποθέτει αντικειμενικά κριτήρια. Κριτήρια την παγίδα των οποίων ακόμα και ο πιο... ευφυής ηλίθιος αδυνατεί να αποφύγει. 
Τα πονήματα, από την αρχαιότητα ως σήμερα, με αντικείμενο τον ορισμό, τα κριτήρια αναγνώρισης και τους τρόπους εκδήλωσης της ηλιθιότητας, συγκλίνουν σε δυο αβίαστα συμπεράσματα: α) Είναι αδύνατον να προφυλαχτείς από τον ηλίθιο, γιατί ό,τι κάνει, το κάνει από βλακεία, γεγονός που τον καθιστά τελείως απρόβλεπτο και εξαιρετικά επικίνδυνο. β) Ο ηλίθιος είναι αδύνατο να είναι δημιουργικά πρωτότυπος. Οδηγείται, βέβαια, κάποτε σε εξωφρενικά βλακώδεις ενέργειες αλλά αυτές απλώς διευρύνουν τα όρια της βλακείας που έχουμε υπόψη μας. Οι ενέργειες αυτές, με σιγουριά δεν είναι δημιουργικές. 
Το πρώτο συμπέρασμα (το α που προηγήθηκε) είναι ανησυχητικό. Το δεύτερο, όμως, συμπέρασμα (το β, που ακολουθεί το α που προηγήθηκε) ίσως μας προσφέρει τα κριτήρια αναγνώρισης της ηλιθιότητας και πιθανώς δυνατότητες προφύλαξης από αυτήν. 
Αφού η δημιουργική πρωτοτυπία δεν αποτελεί -σε καμιά περίπτωση- ίδιον του ηλιθίου, αυτός είναι δέσμιος στερεοτύπων. Τα γνωστά κλισέ. Οι επιλογές, οι ενέργειες και κυρίως οι θέσεις που διατυπώνει δεν αποτελούν παρά χιλιοειπωμένες βλακείες που έχουν καθιερωθεί ακριβώς γι αυτό το λόγο. Να εξυπηρετούν τους ηλιθίους. Η χρήση κλισέ αποτελεί πειστήριο βλακείας. Δηλώνει ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος δε διαθέτει ίχνος πρωτοτυπίας. Αυτός μοιάζει με το θολό αποτέλεσμα του καρμπόν. Μην έχοντας καμιά δυνατότητα να εκστομίσει κάτι ευφυές, χρησιμοποιεί απόψεις άλλων, σε μια προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων. Και τις δημιουργεί... με το εντυπωσιακό επίπεδο βλακείας του. Τα άτομα αυτά δεν πρέπει να χαρακτηρίζουν ποτέ και κανέναν ηλίθιο, γιατί τότε απλώς εκτίθενται. Δείχνουν έτσι ότι αδυνατούν να κατανοήσουν το αυτονόητο, δηλαδή, ότι είναι ελάχιστες οι πιθανότητες να υπάρχει κάποιος πιο ηλίθιος από αυτούς. 
Ενδεικτική της βλακείας κάποιου είναι η φράση «Το ξέρω αλλά δεν μπορώ να το εκφράσω». Πολυετείς έρευνες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι όσοι τη χρησιμοποιούν είναι ολοκληρωτικά και απαρέγκλιτα ηλίθιοι. Ο ανθρώπινος νους σκέφτεται με δυο τρόπους. Με λέξεις και με εικόνες. Αυτό σημαίνει ότι αν «ξέρω» κάτι, το έχω στο μυαλό μου είτε με λέξεις, τις οποίες μπορώ και να διατυπώσω -προφορικά ή γραπτά- είτε με εικόνες, οπότε και μπορώ να το… ζωγραφίσω. Το να «ξέρει» κανείς οτιδήποτε αλλά να αδυνατεί να το εξωτερικεύσει, απλώς δεν παίζει, οπότε είναι καλύτερο να δηλώνει εξαρχής την άγνοιά του, παρά να εξευτελίζεται με εξευτελιστικό τρόπο. 
Επίδειξη και συνάμα απόδειξη απέραντης ανοησίας αποτελεί και η έκφραση: «Στον προφορικό λόγο είμαι πολύ καλός, στο γραπτό έχω πρόβλημα». Είναι γεγονός ότι γραπτός και προφορικός λόγος στηρίζονται σε κοινούς γλωσσικούς κανόνες, αξιοποιούν το ίδιο λεξιλόγιο και πηγάζουν από το ίδιο κέντρο (σκέψης) του εγκεφάλου. Αποτελούν, με απλά λόγια, εκφράσεις της γλώσσας. Και η γλώσσα δεν είναι κάτι αυτόνομο. Αντικατοπτρίζει την παιδεία του ατόμου. Υπάρχουν άρα δυο πιθανότητες (εξαίρεση άτομα με συγκεκριμένα προβλήματα). Ή κάποιος διαθέτει υψηλό επίπεδο παιδείας και άρα γλωσσική καλλιέργεια, οπότε και την αξιοποιεί, γράφοντας και μιλώντας, ή διαθέτει παιδεία κοτόπουλου, οπότε είτε προφορικά είτε γραπτά αδυνατεί να διατυπώσει κάτι με αρχή, μέση και τέλος. Η ψευδαίσθηση που χαρακτηρίζει τα συγκεκριμένα άτομα οφείλεται στο ότι όταν μιλούν, οι συνομιλητές τους δεν τους διορθώνουν ή για λόγους οικονομίας χρόνου ή εξαιτίας και της δικής τους άγνοιας ή, τέλος, επειδή αδημονούν να τελειώσει το μαρτύριο της συζήτησης με κάποιον βλάκα. 
Απόγνωση είναι λογικό να νιώθει κάποιος και όταν ακούει από νέους την απορία: «κι εσείς τι κάνατε, όταν ήσασταν στην ηλικία μας»; Συνήθως αυτό συμβαίνει, όταν κάποιος εντοπίζει αδυναμίες, τεμπελιά ή άλλα προβλήματά τους. Πρόκειται για αντίδραση. Βλακώδη και συντηρητική αντίδραση. Ο νέος που αναρωτιέται γι αυτό, θυμίζει δεινόσαυρο που κατάφερε να επιβιώσει παρά τις αντιξοότητες μέχρι τις μέρες μας. Είναι δυνατόν κάποιος νέος να συγκρίνει αυτά που πρέπει να κάνει σήμερα με όσα μπορούσε και έπρεπε να κάνουν εκπρόσωποι προηγούμενης γενιάς; Δηλαδή, αυτός ο κρεμανταλάς δεν έχει ακούσει τίποτα για την εξέλιξη; Κι αν έχει ακούσει, δεν κατάφερε να το αποκωδικοποιήσει; Ρινίσματα τούβλου κουβαλάει αντί για μυαλό; Αυτός ίσως κατάφερνε κάτι, αν ο κόσμος του ήταν ο κόσμος της γιαγιάς του αλλά, δυστυχώς, κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο. Είμαστε πολύ μακριά από την εφεύρεση μιας μηχανής του χρόνου που θα μπορούσε να μεταφέρει τον κάθε ηλίθιο στο παρελθόν. Συνήθως, τέτοια παιδιά προέρχονται από γονείς που χρησιμοποιούν τη φράση «Κι εμείς που μεγαλώσαμε έτσι, τι πάθαμε;», οπότε δε χρειάζεται να αφιερώσω χώρο στο συγκεκριμένο. Από γονείς πιο ακίνητους κι από ανδριάντα, τι παιδιά θα βγουν; 
Ακούμε κάποτε γονείς, οι οποίοι αναφερόμενοι στα παιδιά τους χρησιμοποιούν το πρώτο πληθυντικό. «Διαβάζαμε μέχρι αργά χθες το βράδυ». «Αρχίζουμε την επανάληψη». «Περάσαμε στη σχολή Λαϊκής Παραδοσιακής Μουσικής και Οργάνων». Επιστημονικές μελέτες έχουν αποδείξει ότι αρκετοί από αυτούς, μικροί είχαν πέσει με πάταγο από την κούνια με το κεφάλι στο πάτωμα, οπότε προκλήθηκαν βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και μόνιμη βλάβη που εμφανίζεται ως συνεχείς κρίσεις ηλιθιότητας μέχρι μεγάλη ηλικία, όταν δηλαδή θα έπρεπε να σκέφτονται και να δρουν ως ενήλικες. Η χρήση του πρώτου πληθυντικού χαρακτηρίζει κυρίως μαμάδες που επιδιώκουν ταύτιση με το παιδί τους, ώστε να του προκαλέσουν Οιδιπόδειο και όλοι ξέρουμε τι βίτσια υποκρύπτει αυτό. Συχνά, αυτές οι μανάδες νιώθουν ότι μια πιθανή επιτυχία των παιδιών τους θα προσδώσει στις ίδιες μια κάποια αξία, ένα νόημα ζωής, μια προσωπική αίσθηση επιτυχίας, τέλος πάντων. Μεγαλύτερο γίνεται το πρόβλημα όταν το πρώτο πληθυντικό χρησιμοποιείται από πατεράδες, γιατί πατέρας να επιθυμεί την καλλιέργεια Οιδιπόδειου είναι λιγάκι περίεργο και χρήζει συστηματικής και μακροχρόνιας ψυχιατρικής βοήθειας. 
Τα παραπάνω αποτελούν απόψεις ειδικών. Κι εγώ ασπάζομαι τις απόψεις των ειδικών. Δε διαθέτω το απαραίτητο υπόβαθρο ώστε να τις αμφισβητήσω. Απλώς, πώς να το πω βρε παιδί μου, τις βρίσκω λίγο… απόλυτες και τους χαρακτηρισμούς τους λίγο… βαρείς αλλά μάλλον έτσι είναι οι ειδικοί. Σαν τους 29 κατασκευαστές πλυντηρίων. Αυτοί ξέρουν! Και τέλος πάντων, δεν είναι αυτό που πρέπει να μας απασχολεί. Η ουσία είναι ότι όσο ευγενικά κι αν προσπαθήσει κανείς να χαρακτηρίσει τον ηλίθιο, τον πανίβλακα, τον ανόητο, το συντηρητικό, αυτός παραμένει τέτοιος και τίποτα δεν τον σώζει, γιατί αν ήταν λίγο πιο ευφυής θα απόφευγε τη χρήση τέτοιων κλισέ και δε θα περιέφερε τη βλακεία του σαν παντιέρα, οπότε και δε θα πρόσφερε με απλοχεριά αφορμές να τον κρίνουν ως τέτοιο.

Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Μια επανάσταση που έχασε το δρόμο...

-Δεν πιστεύω να σκέφτεσαι να επαναστατήσεις, ε; 
-Ενάντια σε τι;* 

Το παιδάκι μου (όχι και τόσο παιδάκι πλέον) κάθεται αναπαυτικά και αμέριμνα στην άνετη πολυθρόνα του γραφείου του. Επιδίδεται στην αγαπημένη ενασχόλησή του που νομίζω ότι είναι να δώσει όνομα σε καθένα από τα pixels της οθόνης που έχει απέναντί του. Δε θα ήθελα να είμαι στη θέση του και σίγουρα όχι επειδή κάθεται στην άνετη πολυθρόνα του γραφείου του. Πρώτον, δε διαθέτω την υπομονή που απαιτεί η καταμέτρηση όλων αυτών των μικροσκοπικών φωτεινών κουκίδων που συνθέτουν την ψηφιακή εικόνα της οθόνης. Δεύτερον, το κακόμοιρο αγνοεί αυτό που το περιμένει. Κι αυτό που το περιμένει, είναι... εγώ!
Πλησιάζω ήρεμα ρωτώντας τον (όσο χαλαρά θα τον ρωτούσα αν θέλει κάτι να φάει) για ποιο λόγο θα επαναστατούσε. Σταματάει την ενδελεχή καταμέτρηση, βάζει παύση σε ό,τι έκανε και με κοιτάζει με ύφος “τι με περιμένει άραγε;”. Απαντάει με ερώτηση, για να κερδίσει χρόνο. «Σε ποιον να επαναστατήσω; Απέναντι στο κράτος;». «Να επαναστατήσεις» του απαντώ, «απέναντι στο κράτος, σε εμένα, στο κατεστημένο». Και συνέχισα: «Αυτό βέβαια, θα σήμαινε ότι μπορεί να έχανες τελικά τα πάντα»! Μετά από ελάχιστη σκέψη, δηλώνει χωρίς περιστροφές: «Δε νομίζω ότι θα με συνέφερε ιδιαίτερα μια τέτοια επιλογή, ε;». Γύρισε στην αγαπημένη ενασχόλησή του -είχαν απομείνει κάποια ακόμα pixels χωρίς όνομα- αλλά ήδη μου είχε δώσει την απάντηση που σκεφτόμουν εδώ και καιρό. 
Διαβάζω ή ακούω διαρκώς για μια επανάσταση που έρχεται, που αρκετοί την περιμένουν προσπαθώντας να εντοπίσουν απλώς το πότε και πώς. Κρατάω μικρό καλάθι. Ναι μεν μια επανάσταση είναι αναγκαία αλλά δεν την πολυβλέπω. Μπορεί, βέβαια, να έρχεται αθόρυβα, ακροπατώντας -αν μια επανάσταση διαθέτει πόδια. Έχω καταλήξει ότι όλη η κουβέντα είναι «ευσεβείς πόθοι» ανθρώπων που σκέφτονται ότι θα ήταν πολύ ωραίο να συνέβαινε αλλά δε θα έκαναν το παραμικρό γι αυτήν. Άλλωστε οι περισσότεροι γαλουχηθήκαμε με τη λογική: «Κάτσε στα αβγά σου. Εμείς θα σώσουμε τον κόσμο;», που σημαίνει ότι ναι μεν περιμένουμε μια σωτηρία αλλά από αλλού.
Ναι, αλλά κάθε επανάσταση χρειάστηκε ένα πράγμα: Επαναστάτες! Δυστυχώς, αυτοί σήμερα απλώς δεν υφίστανται. Δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις που τους δημιουργούν. Ούτε η ολοκληρωτική ανέχεια ούτε η κουλτούρα που θα οδηγούσε σε επαναστατικές επιλογές αποτελούν ίδιον του αναπτυγμένου κόσμου, στον οποίο, για ανεξήγητους λόγους, ανήκει ακόμα η Ελλάδα. 
Μπορεί να βιώνουμε υψηλά ποσοστά ανεργίας, συρρίκνωση μισθών, έλλειψη προοπτικής αλλά δεν είναι αρκετά, επειδή για την πλειονότητα δεν ταυτίζονται ακόμα με το «τίποτα». Οι άνεργοι δεν πεθαίνουν ακόμα από την πείνα -εξαιτίας της οικογενειακής προστασίας ή της ισχνής βοήθειας που παρέχουν κοινωνικοί μηχανισμοί. Όσο η σύνταξη των μεγαλυτέρων επαρκεί για την επιβίωση, όσο υφίσταται η αίσθηση της ιδιοκτησίας, ξεχνάμε την επανάσταση. Ο επαναστάτης γεννιέται από τη συνείδηση του «τίποτα». Νιώθει ότι δε ρισκάρει τίποτα, γιατί απλώς δεν έχει τίποτα. Η αίσθηση του «κάτι» -σπίτι, ελικόπτερο, αυτοκίνητο, πενιχρός μισθός, οικόπεδο στο χωριό, ποδήλατο, κινητό, υπολογιστής...- απομακρύνει από κάθε διάθεση δράσης. Το «κάτι» δημιουργεί στους περισσοτέρους την ψευδαίσθηση ότι ανήκουν στο σύστημα. Όλοι αυτοί κλαίνε τη μοίρα τους, κλαίγονται για την ένοχη κοινωνία στους φίλους τους ή στο Facebook αλλά δε θα κινητοποιηθούν από το φόβο να χάσουν κι αυτό το «κάτι» που τους ανήκει(;). 
Παράλληλα, λείπει η κουλτούρα που θα μπορούσε να πυροδοτήσει ανατρεπτικές ενέργειες. Ριζοσπαστικές πολιτικές ή οικονομικές επιλογές συχνά ευνοήθηκαν από την εμφάνιση και ενίσχυση νέων τάξεων. Αυτές αποκτούσαν πλούτο που επέτρεπε πρόσβαση στη γνώση και την καλλιέργεια. Η καλλιέργεια, με τη σειρά της, οδηγούσε στη συνείδηση ότι πραγματική δύναμη έχουν όσοι ελέγχουν την εξουσία, γεγονός που στήριζε την απαίτηση πρόσβασης σ’ αυτήν. Η συγκεκριμένη τάξη έτσι διασφάλιζε και διεύρυνε τον πλούτο της. Σήμερα η μεσαία τάξη αποδυναμώνεται. Η οικονομική άνεση που διέθετε, δυστυχώς, δεν αξιοποιήθηκε για την απόκτηση κουλτούρας. Σπαταλήθηκε σε «επενδύσεις» που χάνουν την αξία τους με γεωμετρική πρόοδο, σε καφέδες σε γκλαμουράτα μέρη, σε δήθεν επιλογές αλλά όχι στην απόκτηση κουλτούρας. Η μάζα δε διαθέτει καλλιέργεια. Πήγε σχολείο, σπούδασε και κάτι παραπάνω, διαθέτει όλα τα καλούδια που παρέχουν ενημέρωση αλλά δεν τα αξιοποίησε για να ξεστραβωθεί. Ρίξτε μια ματιά στους λουόμενους μιας παραλίας. Πόσοι διαβάζουν, ενημερώνονται, έχουν διάθεση και ανάγκη για σκέψη; Κι όμως, πρόκειται, στην πλειονότητά τους, για μορφωμένους ανθρώπους. Προτιμούν έναν «καλό» καφέ από όποια κινητοποίηση. Καμιά επανάσταση άλλωστε δε φημίζεται για τον καλό καφέ που πρόσφερε στους επαναστάτες. 
Ακόμα κι έτσι θα μπορούσαμε να ελπίζουμε αλλά τελικά απουσιάζει ο καταλύτης. Ο ηγέτης. Εκείνος που, διαθέτοντας την απαιτούμενη παιδεία, χωρίς να σκέφτεται τι μπορεί να χάσει, θα μπορούσε να μετατρέψει τη σωρευμένη διεθνή ή έστω εγχώρια αγανάκτηση σε ιδεολογικό σχήμα, σε ανθρωπιστική δράση μακριά από συμφέροντα, σε συνεκτικό κρίκο και άρα σε κίνητρο μαζικής προσπάθειας για ανατροπές. Οπότε, μπορούμε να κουβεντιάζουμε για επανάσταση όσο τραβάει η ψυχή μας αλλά αυτή δε διαθέτει GPS για να βρει μόνη της το δρόμο. Κάποιος πρέπει να της τον δείξει... 

*Ο κ. Ζάχος ξεπατίκωσε το συγκεκριμένο διάλογο της σειράς 
κινουμένων σχεδίων “doctor Katz” από το βιβλίο 
«Μπορείς να φας λεμόνι και να μην ξινίσεις τα μούτρα σου;» του Sergi Pamies

Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

Τα επαγγέλματα του μέλλοντος

Αν διακρινόμουν από συγγραφική δεινότητα, αν κάποια υπερκόσμια δύναμη μου είχε χαρίσει και το ελάχιστο... ταλέντο, θα μπορούσα κάθε χρόνο να γράφω κι ένα έπος εφάμιλλο της ομηρικής Οδύσσειας. Κι αυτό επειδή -εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων- η παροχή βοήθειας στη συμπλήρωση ενός μηχανογραφικού αποτελεί μια μικρή Οδύσσεια. Άρα η παροχή βοήθειας στη συμπλήρωση πολλών αποτελεί μια μεγάλη. Η εμπλοκή αφάνταστων παραμέτρων (άγνοια, σύγχυση, ευθυνοφοβία, αναποφασιστικότητα, περιορισμοί λόγω της «διόρθωσης» που βιώνουμε) και παραγόντων (γονείς, παππούδες, μπατζανάκηδες, κουμπάροι και λοιποί) έχουν καταστήσει την επιλογή των περισσότερων τελειοφοίτων περιπετειώδη. 
Η διαδικασία προσφέρει, βέβαια, και κάτι θετικό, τη δυνατότητα κατανόησης του μέλλοντος. Οι επαγγελματικές επιλογές των τελειοφοίτων σκιαγραφούν την ελληνική πραγματικότητα που προετοιμάζεται. Τάσεις που είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται τα προηγούμενα χρόνια διαψεύδονται ενώ άλλες κυριαρχούν διαγράφοντας τη μελλοντική ελληνική πραγματικότητα. 
Φέτος έγινε ξεκάθαρο ότι η εικόνα που είχαμε για την ελληνική αγορά εργασίας θα ανατραπεί ριζικά. Η πλειονότητα των παιδιών κινείται επαγγελματικά σε τρεις όλες κι όλες κατευθύνσεις. Την έρευνα, την εγκληματολογία και τη γαστρονομία... Αυτά! Υπάρχουν, βέβαια, και τα παιδιά που εμμένουν σε παραδοσιακές επιλογές αλλά τείνουν να αποτελέσουν μειονότητα. Τα συμπεράσματα μόνο αισιοδοξία(;) γεννούν. 

Συμπέρασμα πρώτο και καλύτερο: Η μεγάλη έκρηξη 
Η πλειονότητα των παιδιών δηλώνει τη διάθεσή της να ασχοληθεί με την έρευνα. Έρευνα σε ό,τι κι αν σπουδάσει. Έρευνα στη Γενετική, στην Κοινωνική εργασία, στη Μεθοδολογία Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης, στην Παραδοσιακή Μουσική, στην Κλωστοϋφαντουργία, στην Πληροφορική και πάει λέγοντας... Όπου κι αν περάσει ο υποψήφιος, θα το κάνει, όχι για να γίνει ένας «απλός» καθηγητής, γιατρός, δικηγόρος, κοινωνικός εργάτης αλλά για να εξελιχθεί σε ένα «σύνθετο» ερευνητή. Μάλιστα! Αυτό θα κάνει και να το γνωρίζετε όλοι! Με τόσους ερευνητές και σε τόσους τομείς, ξεχάστε όσα ξέρατε. Σε διάστημα δέκα, δεκαπέντε το πολύ χρόνων η σημερινή γνώση θα πάει περίπατο. Θα αντικατασταθεί και θα εμπλουτιστεί από τη γνώση που θα παραχθεί στο εξής. Έκρηξη γνώσης που μπροστά της ακόμα και το big bang θα ωχριά. Οι απαντήσεις σε όσα αγνοούμε μας περιμένουν. Μυστήρια του σύμπαντος, του ανθρώπινου εγκεφάλου, της ψυχής θα γίνουν κατανοητά σύντομα και άρα θα πάψουν να είναι μυστήρια. Ασθένειες που μας ταλαιπωρούν πλέον θα αποτελέσουν παρελθόν. Η ζωή μας, η σκέψη μας, οι αξίες μας, ο τρόπος ζωής μας θα μεταβληθούν πάραυτα και ο κόσμος μας δε θα έχει όμοιό του, χάρη στους ερευνητές που θα αρχίσουν, από την επόμενη ακαδημαϊκή χρονιά, να προετοιμάζονται στα ΑΕΙ και ΑΤΕΙ μας. Τα επιστημονικά περιοδικά θα βρίθουν ανακοινώσεων και πορισμάτων Ελλήνων επιστημόνων, τα διεθνή συνέδρια θα κυριαρχούνται από συμπατριώτες μας ερευνητές. Με το μικροσκόπιο θα ψάχνουμε επιστήμονες άλλης εθνικότητας στα βραβεία Νόμπελ. Τι καλά! 
Ίσως μια μικρή υστέρηση να έχουμε στα Νόμπελ λογοτεχνίας, μιας και οι περισσότεροι νέοι που δηλώνουν ότι θέλουν να γίνουν ερευνητές έχουν τόση σχέση με το βιβλίο -όχι μόνο το λογοτεχνικό- όση και ο τυφλοπόντικας, ο οποίος αντιμετωπίζει μια μικρή δυσκολία λόγω προβλημάτων όρασης. Αλλά κι αυτουνού το πρόβλημα θα λύσουν οι ερευνητές του μέλλοντος. Τώρα θα μου πείτε «πώς κάποιος που δεν έδειξε διάθεση να διαβάσει ούτε Μίκυ Μάους, θα γίνει ερευνητής;» αλλά εγώ αυτό το θεωρώ κακεντρέχεια. Θα γίνει ερευνητής που δε θα διαβάζει. Απλώς θα ερευνά. Δηλαδή, σε τι χρειάζεται η μελέτη, η σφαιρική γνώση, η διάθεση αναζήτησης σε κάποιον ερευνητή; Σε τι θα τον βοηθήσει να γνωρίζει τι ήδη έχει ανακαλύψει η έρευνα που προηγήθηκε; Στο κάτω κάτω μπορεί να ξαναανακαλύψει πράγματα αλλά να το κάνει με μεγαλύτερη... χάρη. 

Συμπέρασμα δεύτερο: Πόλεις Αγγέλων 
Ένα μεγάλο ποσοστό νέων επιθυμεί να ασχοληθεί με άλλου είδους (και πάλι όμως) έρευνα. Αυτοί, όταν μεγαλώσουν, θα γίνουν εγκληματολόγοι. Τρέμετε παλιοεγκληματίες. Μια ακόμα επανάσταση μπροστά μας. Το τέλος της εγκληματικότητας. Οι εγκληματολόγοι θα καιροφυλακτούν. Ένας κόσμος χωρίς έγκλημα. Οι στρατιές των εγκληματολόγων θα εξιχνιάζουν κάθε μυστήριο πιο γρήγορα από κάθε μυθιστορηματικό ήρωα, από κάθε τηλεοπτικό αστέρα ανόητων σειρών τύπου CSI… Ίσως μάλιστα οι μελλοντικοί εγκληματολόγοι κάνουν ένα ακόμα βήμα προβλέποντας και άρα προλαμβάνοντας το έγκλημα. Κάτι σαν ενόραση αλλά που δε θα είναι ενόραση αλλά επιστημονική διαδικασία. Πω πωω, οι εγκληματίες θα πάθουν κατάθλιψη αλλά αν θέλουν να προσφέρουν, μπορούν εθελοντικά να αποτελέσουν πειραματόζωα των ερευνητών, στους οποίους εκτενής αναφορά έγινε παραπάνω. 
Αυτό βέβαια, θα δημιουργήσει και προβλήματα, αφού πλέον δε θα χρειαζόμαστε κλειδαριές, συναγερμούς, χρηματοκιβώτια, αστυνομικούς, όπλα. Και τι θα κάνουν όσοι ασχολούνται με τα αντίστοιχα επαγγέλματα; Ε, ας γίνουν κι αυτοί εγκληματολόγοι! Η αίσθηση ασφάλειας θα μας απαλλάξει από κάθε άγχος. Ονειρεμένος κόσμος, αγγελικά πλασμένος! 
Το μόνο που με κάνει να κρατάω καλάθι μέτριων διαστάσεων είναι το γεγονός ότι οι περισσότεροι από αυτούς που ονειρεύονται την εγκληματολογία αγνοούν το δρόμο που θα ακολουθήσουν. Οι περισσότεροι, αν ερωτηθούν με ποιο τρόπο θα γίνουν εγκληματολόγοι ή ποιο ακριβώς είναι το αντικείμενο της εγκληματολογίας, μένουν με το στόμα ανοιχτό. Μη χειρότερα! Δηλαδή, για να γίνω κάτι, πρέπει και να ξέρω τι είναι αυτό ή πώς θα γίνω; Ίσως, βέβαια, η συγκεκριμένη στάση να οφείλεται, όχι στην άγνοιά τους, αλλά σε έλλειψη διάθεσης να δώσουν πληροφορίες σε άλλους που λένε ότι στόχος τους είναι να γίνουν εγκληματολόγοι, χωρίς να έχουν ψάξει ούτε τι κάνει ένας εγκληματολόγος... Μπέρδεμα. 

Συμπέρασμα τρίτο: Μοριακή γαρδούμπα 
Ό,τι γνωρίζατε για τη γεύση, ξεχάστε το. Εκατοντάδες σεφ βρίσκονται στα σκαριά ή πρόκειται να βρεθούν οσονούπω. Κι άλλη επανάσταση. Η ιστορία της γεύσης αλλάζει, μια νέα εποχή ξημερώνει για τα παϊδάκια, το σπληνάντερο, τη σκορδαλιά, για όλα. Νέες γεύσεις θα αντικαταστήσουν τις παραδοσιακές. Φαγητά που γνωρίζαμε θα αποκτήσουν νέα εμφάνιση και πολύ περισσότερο... γεύση. Συνταγές μαγειρικής δε θα προλαβαίνουν να εμφανίζονται και θα αντικαθίστανται από άλλες. Τα κανάλια δε θα προλαβαίνουν να δείχνουν εκπομπές μαγειρικής και να αναδεικνύουν νέους αστέρες της γαστρονομίας. Ο ουρανίσκος μας θα ζει καθημερινές επαναστάσεις. Η αναδιατύπωση της νοστιμιάς θα είναι η καθημερινότητά μας. Εστιατόρια κάθε είδους θα κατακλύσουν κάθε γωνιά της ελληνικής γης προσφέροντας χαρά στους πελάτες τους και θέσεις εργασίας στους ανέργους. Η Michelin δε θα προλαβαίνει να μοιράζει αστέρια σε ελληνικά εστιατόρια. Γαλαξίας θα γίνουμε! Υπάρχει μόνο ένα μικρό προβληματάκι. Ποιοι και κυρίως πόσοι Έλληνες (θα) μπορούν να επισκέπτονται αυτούς τους ναούς της γεύσης; Αυτό είναι ένα θέμα αλλά δε χάθηκε ο κόσμος. Αρκετοί από τους επίδοξους σεφ ίσως βρουν άλλες διεξόδους. Αρκετά παραδοσιακά σουβλατζίδικα, χασαποταβέρνες αλλά και καντίνες επαρχιακών οδών χρειάζονται σίγουρα αναβάθμιση. Το «βρόμικο» θα αποκτήσει άλλο νόημα. Είναι κι αυτό μια κάποια εξέλιξη. 

Συμπέρασμα τέταρτο: Η Ελλάδα δε θα ανήκει στους Έλληνες 
Η Ελλάδα θα ξεμείνει από Έλληνες. Όταν ρωτάω όλα αυτά τα παιδιά, που σήμερα δηλώνουν ότι θα γίνουν ερευνητές, εγκληματολόγοι και σεφ, πού θα βρουν δουλειά, παίρνω μια εύκολη απάντηση: «στο εξωτερικό». Μια Ελλάδα χωρίς Έλληνες! Καλό!!! Θα αποτελέσουμε σύντομα μειονότητα στη χώρα μας. Οπότε μήπως να αρχίσουμε να φερόμαστε καλύτερα στους μετανάστες που θα κυριαρχήσουν; Για τα παιδιά αυτά το «εξωτερικό» είναι η λύση. Ένας παράδεισος ανεξάντλητων ευκαιριών και θέσεων εργασίας για τον καθένα. Φαντάζονται ότι εκεί τα πράγματα θα είναι εύκολα, ότι εκεί ήδη τους προετοιμάζουν μια μεγαλειώδη υποδοχή. Ότι τους περιμένουν. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ελάχιστοι από αυτούς διαθέτουν τα προσόντα, το κουράγιο και κυρίως τη γνώση που χρειάζεται κανείς για να αναδειχτεί στη διεθνή αγορά και σε ένα περιβάλλον έντονα ανταγωνιστικό. Ελάχιστοι διαθέτουν τη φαντασία, τη δημιουργικότητα και την καινοτομία για να διακριθούν. Εκείνο που μετράει βέβαια είναι η διάθεση. Αρκεί να συνοδεύεται από προσπάθεια. 

Συμπέρασμα πέμπτο και τελευταίο: Η τηλεόραση αποτελεί πολύ κακή επιρροή 
Κάποιοι -ελάχιστοι- θα τα καταφέρουν. Θα εξελιχτούν και θα πετύχουν. Θα γράψουν ιστορία σε ό,τι κι αν κάνουν. Τα όνειρα συνήθως δε βλάπτουν. Η μη εκπλήρωσή τους μπορεί να προκαλέσει μια κατάθλιψη αλλά αυτό είναι το τίμημα. Ο κόσμος μας εξελίχτηκε και θα συνεχίσει να το κάνει, επειδή κάποιοι ονειρεύτηκαν την εξέλιξη αυτή. Κάποια παιδιά θα εγκαταλείψουν τα όνειρά τους, όταν δουν ότι η υλοποίησή τους απαιτεί σκληρή και συνεχή δουλειά. Κάποια άλλα θα διαψευστούν, εξαιτίας παραγόντων που ούτε μπορούν να διανοηθούν. Η ζωή μοιάζει με αγώνα δρόμου. Πολλοί ξεκινούν αλλά λίγοι ανεβαίνουν στο βάθρο του νικητή. Έτσι γίνεται πάντα. Οι σημερινοί τελειόφοιτοι πολύ γρήγορα θα καταλάβουν ότι αφιέρωσαν πολύ χρόνο στην τηλεόραση και ότι ο Προσανατολισμός που δέχτηκαν από αυτή ίσως δεν ήταν ο καλύτερος. Σίγουρα δεν ήταν ρεαλιστικός. 


Ο κ. Ζάχος αδημονεί να ζήσει τις επαναστάσεις που κυοφορούνται 
στην επιστήμη, την κοινωνία, τη γεύση

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Τα όνειρα των άλλων

Η μάνα στην άλλη άκρη της γραμμής -τηλεφωνικής, όχι σιδηροδρομικής ούτε αναμονής μπροστά σε τραπεζικό γκισέ- μου ανακοινώνει ότι θέλει να μου εμπιστευτεί το γιο της, μαθητή α΄ Λυκείου. Αυτό είναι καλό. Πολύ καλό για μένα. Το να θέλει κάποιος να μου εμπιστευθεί την προετοιμασία του παιδιού του, είναι μεγάλη τιμή. Φαντάζομαι όχι μόνο για μένα. Ο γιατρός που του εμπιστεύονται την υγεία ή τη ζωή τους, πιστεύω ότι νιώθει την τιμή που του γίνεται. Ο δικηγόρος που του εμπιστεύονται τις υποθέσεις τους, πιθανολογώ ότι νιώθει το ίδιο. Ο μανάβης που του εμπιστεύονται τη διατροφή τους, ο ιδιοκτήτης εμπορικού που του εμπιστεύονται την εμφάνισή τους, την επικοινωνία τους, ο dj που του εμπιστεύονται τη διασκέδασή τους... θεωρώ ότι αισθάνονται κάπως έτσι. Άρα για μένα η εμπιστοσύνη είναι μεγάλο πράγμα. 
Τώρα, εσείς θα νομίζετε ότι κάθισα να γράψω ένα κείμενο περί εμπιστοσύνης και δίκιο θα έχετε, μετά τον πρόλογο που έκανα. Θα διαψευστείτε γρήγορα, γιατί εγώ θα επανέλθω στο αρχικό τηλεφώνημα της μάνας. Η συγκεκριμένη, λοιπόν, συνέχισε λέγοντάς μου ό,τι πιο φαιδρό, βδελυρό και επικίνδυνο μπορεί να εκστομίσει μια μάνα: «Εμείς στρατό θέλουμε»! Μάλιστα. «Αυτοί» στρατό θέλουν και το δηλώνουν. Μα κυρία μου, ποιος δε θέλει στρατό; Εγώ δε θέλω; Θέλω και παραθέλω, γιατί ποιος θα φυλάει τα σύνορα ενός εθνικού κράτους στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, σε περίπτωση εισβολής εξωτερικών εχθρών; Εγώ θα τα φυλάξω που δεν ξέρω να λύσω, να δέσω και να οπλίσω ούτε ένα απλό τυφέκιο G3, το οποίο είναι ένα τυφέκιο μάχης διαμετρήματος 7.62mm; Αμ δε, που θα τα φυλάξω εγώ που δεν έριξα ούτε μια χειροβομβίδα, όσο υπηρετούσα, επειδή δεν άντεχα τη φασαρία! Με τι να τα φυλάξω; Με τη σφεντόνα που έριχνα μικρός; Και πού στο καλό να την έχει η μάνα μου τη σφεντόνα τώρα πια; Όχι. Να τα φυλάξει ο γιος σου, να ξέρουμε τι μας γίνεται. 
Αλλά, τώρα που το σκέφτομαι, το γιο της τον ρώτησε; Ρωτάω, επειδή έχω μια αμυδρή υποψία ότι δεν τον ρώτησε. Σε αυτή την περίπτωση τα πράγματα μπερδεύονται. Γιατί, άντε και μου τον φέρνει τον μοσχαναθρεμμένο της και μου τον εμπιστεύεται. Εγώ με τι έχω να αντιπαλέψω; Για ποιο πράγμα να αγωνιστώ; Να αγωνιστώ για την εκπλήρωση του ονείρου της μάνας ή για το όνειρο του γιου (αν του έχει αφήσει ακόμα ίχνη πρωτοβουλίας και εκφράσει προσωπική άποψη); Εγώ το παιδάκι το λυπάμαι από τώρα κι ας μην το έχω γνωρίσει προσωπικά. Όλα αυτά τα παιδάκια τα λυπάμαι. Τα παιδάκια που οι γονείς τους θέλουν να τα κάνουν γιατρούς, φαρμακοποιούς, δικηγόρους, αστυνομικούς, στρατιωτικούς, μηχανικούς, εκπαιδευτικούς και ό,τι άλλο και το έχουν αποφασίσει πριν τα παιδάκια να γεννηθούν. 
Τα καημένα τα ζωντόβολα! Αν ήξεραν τι τα περιμένει, θα αρνούνταν να γεννηθούν. Ως σπερματοζωάριο θα έκαναν τα πάντα για να μη φτάσουν στο ωάριο, αφήνοντας άλλο να έχει την «τύχη» να γεννηθεί από τέτοιους γονείς. Το φαντάζεστε; Να γίνεται ο χαμός και το ευφυές σπερματοζωάριο να καθυστερεί, παρατηρώντας το χώρο της μήτρας ή πιάνοντας κουβέντα με άλλα. Να δίνει και συμβουλές στα υπόλοιπα, για να αποφύγει την κακοτυχία: «Από εκεί πηγαίνετε. Θα φτάσετε πιο γρήγορα». Ή «Εσείς για αγόρι ή για κορίτσι προορίζεστε»; Ή να προσπαθεί να σώσει την κατάσταση: «Εσύ -σπερματοζωάριο- μού φαίνεσαι παντελώς ηλίθιο. Δεν αφήνεις κανένα πιο έξυπνο να φτάσει πρώτο»;
Τέλος πάντων, εγώ τα καταλαβαίνω αυτά τα παιδάκια πολύ καλά. Είχα άλλωστε νονό στρατηγό! Και σε εποχές που οι στρατηγοί είχαν μεγάλη πέραση και ζούσαν μέσα στο μεγαλείο και τη χλιδή, όχι σαν τώρα που ο μισθός τους εξαφανίζεται πιο γρήγορα κι από τους πάγους στους Πόλους! Τον έβλεπα με την ατσαλάκωτη στολή του, με τα αστέρια του που έλαμπαν, με τα μετάλλια στο στήθος και σκεφτόμουν... πώς μπορεί όλο αυτό το στήσιμο; Οι γονείς μου, βέβαια, όλο και τσύγκλιζαν προς αυτήν την κατεύθυνση: «Να διαβάζεις και όταν μεγαλώσεις να γίνεις κι εσύ στρατηγός»! Κι εγώ φυσικά, απλώς δε διάβαζα. Να διαβάζω για ποιο λόγο; Για να μεγαλώσω, να γίνω στρατηγός και να μην μπορώ να κουνηθώ μέσα στη στολή; Να ιδροκοπάω σαν ζώο μέσα στο χακί με τις αρβύλες χειμώνα - καλοκαίρι; Ή μήπως για να ξύνομαι μέχρι να γίνει πόλεμος και να πάω να φυλάξω τα σύνορα; Α πα πα! Τέτοια πράγματα δεν τα ήθελα, οπότε απόφευγα τη μελέτη και κάθε προσπάθεια. 
Καταλαβαίνετε τώρα γιατί τα καταλαβαίνω αυτά τα παιδάκια. Τα καταλαβαίνω κι εύχομαι να έχουν τη δική μου τύχη. Ναι, μέσα σε όλα αυτά φάνηκα τυχερός. Κάποια στιγμή, λοιπόν, ο πατέρας μου, για καλή μου τύχη, παρέκκλινε της πορείας που είχε ήδη χαραχτεί για μένα και έριξε στο τραπέζι την πρόταση να γίνω γιατρός. Ευτυχώς η μάνα μου φοβόταν τα αίματα και τις αρρώστιες -Σε αυτήν έμοιασα. Προτιμώ ένα καλό ξεμάτιασμα από τον καλύτερο γιατρό- και επήλθε διάσταση απόψεων και πλήρης διαφωνία. Και ξέρετε, τέτοιες συγκρούσεις φέρνουν ταραχή, ανακατωσούρα και τελικά σύγχυση. Μεγάλη σύγχυση! Κι ο λύκος στην αντάρα χαίρεται. Μέσα στον πανικό που δημιουργήθηκε, βρήκα την ευκαιρία να χαράξω τη δική μου πορεία. Χαμός, τρέλα, φωνές, λιποθυμίες, απειλές περί επικείμενων εγκεφαλικών, καρδιακών επεισοδίων και τραγικών θανάτων. Πανικός από εκείνους που κάθε έφηβος που σέβεται τον εαυτό του, επιδιώκει με τους γονείς του και τους ευχαριστιέται τρελά. 
Περιμένω με αγωνία την προσωπική επαφή μου με το παιδάκι της μάνας που τηλεφώνησε. Αν βέβαια, η συγκεκριμένη μάνα, διαβάσει το κείμενο, μάλλον θα περιμένω πολύ. Εγώ πάντως θα περιμένω και θα κάνω τα πάντα, ώστε το παιδί να βρει το δικό του δρόμο. Θα συγκρουστώ με τους γονείς του, ώστε να το βοηθήσω να συγκρουστεί κι αυτό, να επιδιώξει τη ρήξη, να αμφισβητήσει και να καταλήξει στις δικές του επιλογές. Αυτό προσπαθώ στις περισσότερες περιπτώσεις. Κάνω αυτό που κάνω εδώ και χρόνια και το κάνω για να βοηθήσω τέτοια παιδιά να ξεφύγουν από γονείς που τα καταδυναστεύουν, που τα ευνουχίζουν, που προσπαθούν να τους αφαιρέσουν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που αποτελούν συστατικά επιτυχίας, δηλαδή, να πολτοποιήσουν κάθε ίχνος ιδιαιτερότητας, πρωτοβουλίας, δυναμισμού, ελευθερίας και άρα κάθε ίχνος διάθεσης για προσπάθεια. Και το κάνω, γιατί έχω συνειδητοποιήσει ένα πράγμα: Κάποιος αγωνίζεται πάντα και μόνο για τα δικά του όνειρα. Ποτέ για τα όνειρα των άλλων... 

Πάντα ευχαριστιέμαι μια ωραία σύγκρουση 
με το κατεστημένο και μάλιστα συχνά την τροφοδοτώ

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Προετοιμάζοντας «χαμένες γενιές»

«Eάν δεν δράσουμε τώρα, τότε ο Νότος της Ευρώπης 
 κινδυνεύει να χάσει μία ολόκληρη γενιά» 
Βόλφγκανγκ Σόιμπλε 

Κάθε κρίση, κάθε ανατρεπτική μεταβολή, κάθε σύγκρουση δημιουργεί θύματα. Θεσμοί, ιδέες, ζωικά είδη, αξίες και κυρίως άνθρωποι «θυσιάζονται»(;) στο βωμό της εξέλιξης. Οι κλιματικές αλλαγές του μακρινού παρελθόντος, ο πελοποννησιακός πόλεμος, η επανάσταση του ’21, ο πρώτος και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, η εμφάνιση και εξέλιξη της τεχνολογίας προκάλεσαν εκατόμβες θυμάτων. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο και σήμερα οι συνταρακτικές μεταβολές που επιφέρει η εδραίωση της παγκοσμιοποίησης και ο θάνατος του εθνικού κράτους, να προκαλούν τα δικά τους θύματα. Το γεγονός -δημιουργία θυμάτων- είναι ιστορικά δεδομένο και ως ένα σημείο αποδεκτό, το ζητούμενο βρίσκεται στο πώς θα τα περιορίσουμε και κάπου εκεί ξεκινάει το πρόβλημα. 
Πιθανώς είναι αδύνατο σήμερα να περιορίσουμε τα θύματα της εξέλιξης, όπως κι αν «δράσουμε». Μάλλον είναι πολύ αργά τόσο για δάκρυα όσο και για δράσεις, τουλάχιστον για ένα μεγάλο μέρος της σημερινής νέας γενιάς. Αν κάτι μπορεί να γίνει, μπορεί να γίνει για τις επόμενες. Αυτό που θα μπορούσε να συμβεί, ώστε να περιορίσουμε τα σημερινά θύματα, είναι να περιορίσουμε τις εξελίξεις, ίσως και να τις σταματήσουμε. Ανεδαφικό και ανέφικτο. Οι σημερινοί νέοι-θύματα έχουν προετοιμαστεί για τη θυσία τους, μάλλον από τη στιγμή της γέννησής τους και απλώς περιμένουν τους δημίους τους. 
Μεγαλώνοντας σε ένα συντηρητικό περιβάλλον οικογένειας και εκπαίδευσης η πλειονότητα των σημερινών νέων έχει εμποτιστεί με στερεότυπα κάθε είδους από το κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο. Στερεότυπα ως προς τα εφόδια που θα χρειάζονταν στη ζωή τους, στερεότυπα ως προς τις σπουδές που θα επέλεγαν, το επάγγελμα που θα ασκούσαν, τον τρόπο αλλά και τον τόπο ζωής τους έχουν κατακλύσει και τη σημερινή γενιά, όπως και πολλές άλλες πριν από αυτή. Ναι αλλά τα στερεότυπα δεν μπορεί να είναι η πυξίδα για το μέλλον. Είναι το βαρίδιο που κρατάει κάποιον γερά δεμένο με το παρελθόν. Το παρελθόν, όμως, σβήνει και στις μέρες μας αυτό συμβαίνει με πολύ γρήγορους ρυθμούς, οπότε αρκετοί νέοι της εποχής μας καλούνται να παλέψουν με δεδομένα, τα οποία κανείς τους γνωστοποίησε. 
Αυτός -συντηρητισμός- είναι και ο λόγος για τον οποίο συνήθως ένα μεγάλο ποσοστό των θυμάτων κάθε μεταβολής, είναι νέοι άνθρωποι. Τελείως παράλογο! Ιστορικά αποδεικνύεται ότι οι μεγαλύτεροι -το κατεστημένο- είναι εκείνοι που δημιουργούν τα προβλήματα. Οι νέοι, από την άλλη, είναι εκείνοι που τα λύνουν. Οπότε όσες δράσεις κι αν προωθήσουν οι συντηρητικοί σήμερα, δε θα καταφέρουν παρά να βαθαίνουν την κρίση και να βυθίζουν στην απόγνωση εκείνους τους νέους που δεν είχαν προετοιμαστεί για όσα συμβαίνουν. 
Για τους απροετοίμαστους, λοιπόν, η κατάσταση είναι τραγική. Το θετικό είναι ότι όλοι οι νέοι δεν ανήκουν στη συγκεκριμένη κατηγορία. Υπάρχουν εκείνοι -και υπάρχουν και στη χώρα μας- που είναι έτοιμοι για κάθε προσαρμογή που θα απαιτηθεί. Κάποιοι ήδη έχουν προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα και τα πάνε καλά, μπορούν να αντιμετωπίζουν τη ζωή αισιόδοξα και κυρίως να βλέπουν ένα ελπιδοφόρο μέλλον. Υπάρχουν εκείνοι που αξιοποίησαν δημιουργικά τα μαθητικά και πλέον τα φοιτητικά χρόνια τους. Δε χάνουν τον καιρό τους. Είναι μάλλον εκείνοι που θα λύσουν τα προβλήματα που συσσώρευσαν ο κ. Σόιμπλε και η γενιά του. 
Η συγκεκριμένη ομάδα δεν ήταν δεδομένα «τυχερή». Σίγουρα ανάμεσά της υπάρχουν εκείνοι που μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον που χαρακτηριζόταν από ανοιχτό πνεύμα, που τους δίδαξε την αξία της ενημέρωσης, τους έμαθε να προσπαθούν, τους πρόσφερε τα απαραίτητα ερεθίσματα, τους ώθησε στην αναζήτηση στόχων, τους στήριξε κάθε φορά που επέλεγαν τη ρήξη και κυρίως τους παρότρυνε να αμφισβητούν. Υπάρχουν κι εκείνοι, όμως, που αναγκάστηκαν να επαναστατήσουν στο συντηρητικό περιβάλλον τους, εκείνοι που δεν άφησαν τους γονείς, τους εκπαιδευτικούς, τους πολιτικούς να τους παρασύρουν στην ευκολία του λαϊκισμού και στα δεδομένα του συντηρητισμού τους. Όπως και να έχει, ευτυχώς υπάρχουν κι αυτοί οι νέοι. Κι αυτοί δεν περιμένουν από κανέναν Σόιμπλε δράσεις. Έχουν πάρει τη ζωή τους στα χέρια τους, στηρίζονται στις δικές τους δυνάμεις και αγωνίζονται δυναμικά να πετύχουν όνειρα και στόχους σε μια πορεία που οι ίδιοι χάραξαν. 
Είναι κρίμα οι εμμονές των μεγαλυτέρων να διαμορφώνουν νέους-θύματα. Είναι και επικίνδυνο, γιατί όταν αυτοί γίνονται πολλοί, τότε η κατάσταση μπορεί να ξεφύγει, να γίνει ανεξέλεγκτη και τότε κάθε δράση από την πλευρά του συντηρητικού κατεστημένου θα είναι περιττή. Ήδη είναι περιττή και πιθανώς περαιτέρω καταστροφική. Οι λαϊκιστές και οι εξτρεμιστές καραδοκούν και είναι έτοιμοι να αποτελέσουν τους δημίους μιας ήδη καταδικασμένης, στην πλειονότητά της, γενιάς. 

Θεωρώ ότι το κατεστημένο πρέπει να κάνει αυτό που μπορεί 
και γνωρίζει καλά: Να μένει ακίνητο!