Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Μια επανάσταση που έχασε το δρόμο...

-Δεν πιστεύω να σκέφτεσαι να επαναστατήσεις, ε; 
-Ενάντια σε τι;* 

Το παιδάκι μου (όχι και τόσο παιδάκι πλέον) κάθεται αναπαυτικά και αμέριμνα στην άνετη πολυθρόνα του γραφείου του. Επιδίδεται στην αγαπημένη ενασχόλησή του που νομίζω ότι είναι να δώσει όνομα σε καθένα από τα pixels της οθόνης που έχει απέναντί του. Δε θα ήθελα να είμαι στη θέση του και σίγουρα όχι επειδή κάθεται στην άνετη πολυθρόνα του γραφείου του. Πρώτον, δε διαθέτω την υπομονή που απαιτεί η καταμέτρηση όλων αυτών των μικροσκοπικών φωτεινών κουκίδων που συνθέτουν την ψηφιακή εικόνα της οθόνης. Δεύτερον, το κακόμοιρο αγνοεί αυτό που το περιμένει. Κι αυτό που το περιμένει, είναι... εγώ!
Πλησιάζω ήρεμα ρωτώντας τον (όσο χαλαρά θα τον ρωτούσα αν θέλει κάτι να φάει) για ποιο λόγο θα επαναστατούσε. Σταματάει την ενδελεχή καταμέτρηση, βάζει παύση σε ό,τι έκανε και με κοιτάζει με ύφος “τι με περιμένει άραγε;”. Απαντάει με ερώτηση, για να κερδίσει χρόνο. «Σε ποιον να επαναστατήσω; Απέναντι στο κράτος;». «Να επαναστατήσεις» του απαντώ, «απέναντι στο κράτος, σε εμένα, στο κατεστημένο». Και συνέχισα: «Αυτό βέβαια, θα σήμαινε ότι μπορεί να έχανες τελικά τα πάντα»! Μετά από ελάχιστη σκέψη, δηλώνει χωρίς περιστροφές: «Δε νομίζω ότι θα με συνέφερε ιδιαίτερα μια τέτοια επιλογή, ε;». Γύρισε στην αγαπημένη ενασχόλησή του -είχαν απομείνει κάποια ακόμα pixels χωρίς όνομα- αλλά ήδη μου είχε δώσει την απάντηση που σκεφτόμουν εδώ και καιρό. 
Διαβάζω ή ακούω διαρκώς για μια επανάσταση που έρχεται, που αρκετοί την περιμένουν προσπαθώντας να εντοπίσουν απλώς το πότε και πώς. Κρατάω μικρό καλάθι. Ναι μεν μια επανάσταση είναι αναγκαία αλλά δεν την πολυβλέπω. Μπορεί, βέβαια, να έρχεται αθόρυβα, ακροπατώντας -αν μια επανάσταση διαθέτει πόδια. Έχω καταλήξει ότι όλη η κουβέντα είναι «ευσεβείς πόθοι» ανθρώπων που σκέφτονται ότι θα ήταν πολύ ωραίο να συνέβαινε αλλά δε θα έκαναν το παραμικρό γι αυτήν. Άλλωστε οι περισσότεροι γαλουχηθήκαμε με τη λογική: «Κάτσε στα αβγά σου. Εμείς θα σώσουμε τον κόσμο;», που σημαίνει ότι ναι μεν περιμένουμε μια σωτηρία αλλά από αλλού.
Ναι, αλλά κάθε επανάσταση χρειάστηκε ένα πράγμα: Επαναστάτες! Δυστυχώς, αυτοί σήμερα απλώς δεν υφίστανται. Δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις που τους δημιουργούν. Ούτε η ολοκληρωτική ανέχεια ούτε η κουλτούρα που θα οδηγούσε σε επαναστατικές επιλογές αποτελούν ίδιον του αναπτυγμένου κόσμου, στον οποίο, για ανεξήγητους λόγους, ανήκει ακόμα η Ελλάδα. 
Μπορεί να βιώνουμε υψηλά ποσοστά ανεργίας, συρρίκνωση μισθών, έλλειψη προοπτικής αλλά δεν είναι αρκετά, επειδή για την πλειονότητα δεν ταυτίζονται ακόμα με το «τίποτα». Οι άνεργοι δεν πεθαίνουν ακόμα από την πείνα -εξαιτίας της οικογενειακής προστασίας ή της ισχνής βοήθειας που παρέχουν κοινωνικοί μηχανισμοί. Όσο η σύνταξη των μεγαλυτέρων επαρκεί για την επιβίωση, όσο υφίσταται η αίσθηση της ιδιοκτησίας, ξεχνάμε την επανάσταση. Ο επαναστάτης γεννιέται από τη συνείδηση του «τίποτα». Νιώθει ότι δε ρισκάρει τίποτα, γιατί απλώς δεν έχει τίποτα. Η αίσθηση του «κάτι» -σπίτι, ελικόπτερο, αυτοκίνητο, πενιχρός μισθός, οικόπεδο στο χωριό, ποδήλατο, κινητό, υπολογιστής...- απομακρύνει από κάθε διάθεση δράσης. Το «κάτι» δημιουργεί στους περισσοτέρους την ψευδαίσθηση ότι ανήκουν στο σύστημα. Όλοι αυτοί κλαίνε τη μοίρα τους, κλαίγονται για την ένοχη κοινωνία στους φίλους τους ή στο Facebook αλλά δε θα κινητοποιηθούν από το φόβο να χάσουν κι αυτό το «κάτι» που τους ανήκει(;). 
Παράλληλα, λείπει η κουλτούρα που θα μπορούσε να πυροδοτήσει ανατρεπτικές ενέργειες. Ριζοσπαστικές πολιτικές ή οικονομικές επιλογές συχνά ευνοήθηκαν από την εμφάνιση και ενίσχυση νέων τάξεων. Αυτές αποκτούσαν πλούτο που επέτρεπε πρόσβαση στη γνώση και την καλλιέργεια. Η καλλιέργεια, με τη σειρά της, οδηγούσε στη συνείδηση ότι πραγματική δύναμη έχουν όσοι ελέγχουν την εξουσία, γεγονός που στήριζε την απαίτηση πρόσβασης σ’ αυτήν. Η συγκεκριμένη τάξη έτσι διασφάλιζε και διεύρυνε τον πλούτο της. Σήμερα η μεσαία τάξη αποδυναμώνεται. Η οικονομική άνεση που διέθετε, δυστυχώς, δεν αξιοποιήθηκε για την απόκτηση κουλτούρας. Σπαταλήθηκε σε «επενδύσεις» που χάνουν την αξία τους με γεωμετρική πρόοδο, σε καφέδες σε γκλαμουράτα μέρη, σε δήθεν επιλογές αλλά όχι στην απόκτηση κουλτούρας. Η μάζα δε διαθέτει καλλιέργεια. Πήγε σχολείο, σπούδασε και κάτι παραπάνω, διαθέτει όλα τα καλούδια που παρέχουν ενημέρωση αλλά δεν τα αξιοποίησε για να ξεστραβωθεί. Ρίξτε μια ματιά στους λουόμενους μιας παραλίας. Πόσοι διαβάζουν, ενημερώνονται, έχουν διάθεση και ανάγκη για σκέψη; Κι όμως, πρόκειται, στην πλειονότητά τους, για μορφωμένους ανθρώπους. Προτιμούν έναν «καλό» καφέ από όποια κινητοποίηση. Καμιά επανάσταση άλλωστε δε φημίζεται για τον καλό καφέ που πρόσφερε στους επαναστάτες. 
Ακόμα κι έτσι θα μπορούσαμε να ελπίζουμε αλλά τελικά απουσιάζει ο καταλύτης. Ο ηγέτης. Εκείνος που, διαθέτοντας την απαιτούμενη παιδεία, χωρίς να σκέφτεται τι μπορεί να χάσει, θα μπορούσε να μετατρέψει τη σωρευμένη διεθνή ή έστω εγχώρια αγανάκτηση σε ιδεολογικό σχήμα, σε ανθρωπιστική δράση μακριά από συμφέροντα, σε συνεκτικό κρίκο και άρα σε κίνητρο μαζικής προσπάθειας για ανατροπές. Οπότε, μπορούμε να κουβεντιάζουμε για επανάσταση όσο τραβάει η ψυχή μας αλλά αυτή δε διαθέτει GPS για να βρει μόνη της το δρόμο. Κάποιος πρέπει να της τον δείξει... 

*Ο κ. Ζάχος ξεπατίκωσε το συγκεκριμένο διάλογο της σειράς 
κινουμένων σχεδίων “doctor Katz” από το βιβλίο 
«Μπορείς να φας λεμόνι και να μην ξινίσεις τα μούτρα σου;» του Sergi Pamies

Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

Τα επαγγέλματα του μέλλοντος

Αν διακρινόμουν από συγγραφική δεινότητα, αν κάποια υπερκόσμια δύναμη μου είχε χαρίσει και το ελάχιστο... ταλέντο, θα μπορούσα κάθε χρόνο να γράφω κι ένα έπος εφάμιλλο της ομηρικής Οδύσσειας. Κι αυτό επειδή -εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων- η παροχή βοήθειας στη συμπλήρωση ενός μηχανογραφικού αποτελεί μια μικρή Οδύσσεια. Άρα η παροχή βοήθειας στη συμπλήρωση πολλών αποτελεί μια μεγάλη. Η εμπλοκή αφάνταστων παραμέτρων (άγνοια, σύγχυση, ευθυνοφοβία, αναποφασιστικότητα, περιορισμοί λόγω της «διόρθωσης» που βιώνουμε) και παραγόντων (γονείς, παππούδες, μπατζανάκηδες, κουμπάροι και λοιποί) έχουν καταστήσει την επιλογή των περισσότερων τελειοφοίτων περιπετειώδη. 
Η διαδικασία προσφέρει, βέβαια, και κάτι θετικό, τη δυνατότητα κατανόησης του μέλλοντος. Οι επαγγελματικές επιλογές των τελειοφοίτων σκιαγραφούν την ελληνική πραγματικότητα που προετοιμάζεται. Τάσεις που είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται τα προηγούμενα χρόνια διαψεύδονται ενώ άλλες κυριαρχούν διαγράφοντας τη μελλοντική ελληνική πραγματικότητα. 
Φέτος έγινε ξεκάθαρο ότι η εικόνα που είχαμε για την ελληνική αγορά εργασίας θα ανατραπεί ριζικά. Η πλειονότητα των παιδιών κινείται επαγγελματικά σε τρεις όλες κι όλες κατευθύνσεις. Την έρευνα, την εγκληματολογία και τη γαστρονομία... Αυτά! Υπάρχουν, βέβαια, και τα παιδιά που εμμένουν σε παραδοσιακές επιλογές αλλά τείνουν να αποτελέσουν μειονότητα. Τα συμπεράσματα μόνο αισιοδοξία(;) γεννούν. 

Συμπέρασμα πρώτο και καλύτερο: Η μεγάλη έκρηξη 
Η πλειονότητα των παιδιών δηλώνει τη διάθεσή της να ασχοληθεί με την έρευνα. Έρευνα σε ό,τι κι αν σπουδάσει. Έρευνα στη Γενετική, στην Κοινωνική εργασία, στη Μεθοδολογία Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης, στην Παραδοσιακή Μουσική, στην Κλωστοϋφαντουργία, στην Πληροφορική και πάει λέγοντας... Όπου κι αν περάσει ο υποψήφιος, θα το κάνει, όχι για να γίνει ένας «απλός» καθηγητής, γιατρός, δικηγόρος, κοινωνικός εργάτης αλλά για να εξελιχθεί σε ένα «σύνθετο» ερευνητή. Μάλιστα! Αυτό θα κάνει και να το γνωρίζετε όλοι! Με τόσους ερευνητές και σε τόσους τομείς, ξεχάστε όσα ξέρατε. Σε διάστημα δέκα, δεκαπέντε το πολύ χρόνων η σημερινή γνώση θα πάει περίπατο. Θα αντικατασταθεί και θα εμπλουτιστεί από τη γνώση που θα παραχθεί στο εξής. Έκρηξη γνώσης που μπροστά της ακόμα και το big bang θα ωχριά. Οι απαντήσεις σε όσα αγνοούμε μας περιμένουν. Μυστήρια του σύμπαντος, του ανθρώπινου εγκεφάλου, της ψυχής θα γίνουν κατανοητά σύντομα και άρα θα πάψουν να είναι μυστήρια. Ασθένειες που μας ταλαιπωρούν πλέον θα αποτελέσουν παρελθόν. Η ζωή μας, η σκέψη μας, οι αξίες μας, ο τρόπος ζωής μας θα μεταβληθούν πάραυτα και ο κόσμος μας δε θα έχει όμοιό του, χάρη στους ερευνητές που θα αρχίσουν, από την επόμενη ακαδημαϊκή χρονιά, να προετοιμάζονται στα ΑΕΙ και ΑΤΕΙ μας. Τα επιστημονικά περιοδικά θα βρίθουν ανακοινώσεων και πορισμάτων Ελλήνων επιστημόνων, τα διεθνή συνέδρια θα κυριαρχούνται από συμπατριώτες μας ερευνητές. Με το μικροσκόπιο θα ψάχνουμε επιστήμονες άλλης εθνικότητας στα βραβεία Νόμπελ. Τι καλά! 
Ίσως μια μικρή υστέρηση να έχουμε στα Νόμπελ λογοτεχνίας, μιας και οι περισσότεροι νέοι που δηλώνουν ότι θέλουν να γίνουν ερευνητές έχουν τόση σχέση με το βιβλίο -όχι μόνο το λογοτεχνικό- όση και ο τυφλοπόντικας, ο οποίος αντιμετωπίζει μια μικρή δυσκολία λόγω προβλημάτων όρασης. Αλλά κι αυτουνού το πρόβλημα θα λύσουν οι ερευνητές του μέλλοντος. Τώρα θα μου πείτε «πώς κάποιος που δεν έδειξε διάθεση να διαβάσει ούτε Μίκυ Μάους, θα γίνει ερευνητής;» αλλά εγώ αυτό το θεωρώ κακεντρέχεια. Θα γίνει ερευνητής που δε θα διαβάζει. Απλώς θα ερευνά. Δηλαδή, σε τι χρειάζεται η μελέτη, η σφαιρική γνώση, η διάθεση αναζήτησης σε κάποιον ερευνητή; Σε τι θα τον βοηθήσει να γνωρίζει τι ήδη έχει ανακαλύψει η έρευνα που προηγήθηκε; Στο κάτω κάτω μπορεί να ξαναανακαλύψει πράγματα αλλά να το κάνει με μεγαλύτερη... χάρη. 

Συμπέρασμα δεύτερο: Πόλεις Αγγέλων 
Ένα μεγάλο ποσοστό νέων επιθυμεί να ασχοληθεί με άλλου είδους (και πάλι όμως) έρευνα. Αυτοί, όταν μεγαλώσουν, θα γίνουν εγκληματολόγοι. Τρέμετε παλιοεγκληματίες. Μια ακόμα επανάσταση μπροστά μας. Το τέλος της εγκληματικότητας. Οι εγκληματολόγοι θα καιροφυλακτούν. Ένας κόσμος χωρίς έγκλημα. Οι στρατιές των εγκληματολόγων θα εξιχνιάζουν κάθε μυστήριο πιο γρήγορα από κάθε μυθιστορηματικό ήρωα, από κάθε τηλεοπτικό αστέρα ανόητων σειρών τύπου CSI… Ίσως μάλιστα οι μελλοντικοί εγκληματολόγοι κάνουν ένα ακόμα βήμα προβλέποντας και άρα προλαμβάνοντας το έγκλημα. Κάτι σαν ενόραση αλλά που δε θα είναι ενόραση αλλά επιστημονική διαδικασία. Πω πωω, οι εγκληματίες θα πάθουν κατάθλιψη αλλά αν θέλουν να προσφέρουν, μπορούν εθελοντικά να αποτελέσουν πειραματόζωα των ερευνητών, στους οποίους εκτενής αναφορά έγινε παραπάνω. 
Αυτό βέβαια, θα δημιουργήσει και προβλήματα, αφού πλέον δε θα χρειαζόμαστε κλειδαριές, συναγερμούς, χρηματοκιβώτια, αστυνομικούς, όπλα. Και τι θα κάνουν όσοι ασχολούνται με τα αντίστοιχα επαγγέλματα; Ε, ας γίνουν κι αυτοί εγκληματολόγοι! Η αίσθηση ασφάλειας θα μας απαλλάξει από κάθε άγχος. Ονειρεμένος κόσμος, αγγελικά πλασμένος! 
Το μόνο που με κάνει να κρατάω καλάθι μέτριων διαστάσεων είναι το γεγονός ότι οι περισσότεροι από αυτούς που ονειρεύονται την εγκληματολογία αγνοούν το δρόμο που θα ακολουθήσουν. Οι περισσότεροι, αν ερωτηθούν με ποιο τρόπο θα γίνουν εγκληματολόγοι ή ποιο ακριβώς είναι το αντικείμενο της εγκληματολογίας, μένουν με το στόμα ανοιχτό. Μη χειρότερα! Δηλαδή, για να γίνω κάτι, πρέπει και να ξέρω τι είναι αυτό ή πώς θα γίνω; Ίσως, βέβαια, η συγκεκριμένη στάση να οφείλεται, όχι στην άγνοιά τους, αλλά σε έλλειψη διάθεσης να δώσουν πληροφορίες σε άλλους που λένε ότι στόχος τους είναι να γίνουν εγκληματολόγοι, χωρίς να έχουν ψάξει ούτε τι κάνει ένας εγκληματολόγος... Μπέρδεμα. 

Συμπέρασμα τρίτο: Μοριακή γαρδούμπα 
Ό,τι γνωρίζατε για τη γεύση, ξεχάστε το. Εκατοντάδες σεφ βρίσκονται στα σκαριά ή πρόκειται να βρεθούν οσονούπω. Κι άλλη επανάσταση. Η ιστορία της γεύσης αλλάζει, μια νέα εποχή ξημερώνει για τα παϊδάκια, το σπληνάντερο, τη σκορδαλιά, για όλα. Νέες γεύσεις θα αντικαταστήσουν τις παραδοσιακές. Φαγητά που γνωρίζαμε θα αποκτήσουν νέα εμφάνιση και πολύ περισσότερο... γεύση. Συνταγές μαγειρικής δε θα προλαβαίνουν να εμφανίζονται και θα αντικαθίστανται από άλλες. Τα κανάλια δε θα προλαβαίνουν να δείχνουν εκπομπές μαγειρικής και να αναδεικνύουν νέους αστέρες της γαστρονομίας. Ο ουρανίσκος μας θα ζει καθημερινές επαναστάσεις. Η αναδιατύπωση της νοστιμιάς θα είναι η καθημερινότητά μας. Εστιατόρια κάθε είδους θα κατακλύσουν κάθε γωνιά της ελληνικής γης προσφέροντας χαρά στους πελάτες τους και θέσεις εργασίας στους ανέργους. Η Michelin δε θα προλαβαίνει να μοιράζει αστέρια σε ελληνικά εστιατόρια. Γαλαξίας θα γίνουμε! Υπάρχει μόνο ένα μικρό προβληματάκι. Ποιοι και κυρίως πόσοι Έλληνες (θα) μπορούν να επισκέπτονται αυτούς τους ναούς της γεύσης; Αυτό είναι ένα θέμα αλλά δε χάθηκε ο κόσμος. Αρκετοί από τους επίδοξους σεφ ίσως βρουν άλλες διεξόδους. Αρκετά παραδοσιακά σουβλατζίδικα, χασαποταβέρνες αλλά και καντίνες επαρχιακών οδών χρειάζονται σίγουρα αναβάθμιση. Το «βρόμικο» θα αποκτήσει άλλο νόημα. Είναι κι αυτό μια κάποια εξέλιξη. 

Συμπέρασμα τέταρτο: Η Ελλάδα δε θα ανήκει στους Έλληνες 
Η Ελλάδα θα ξεμείνει από Έλληνες. Όταν ρωτάω όλα αυτά τα παιδιά, που σήμερα δηλώνουν ότι θα γίνουν ερευνητές, εγκληματολόγοι και σεφ, πού θα βρουν δουλειά, παίρνω μια εύκολη απάντηση: «στο εξωτερικό». Μια Ελλάδα χωρίς Έλληνες! Καλό!!! Θα αποτελέσουμε σύντομα μειονότητα στη χώρα μας. Οπότε μήπως να αρχίσουμε να φερόμαστε καλύτερα στους μετανάστες που θα κυριαρχήσουν; Για τα παιδιά αυτά το «εξωτερικό» είναι η λύση. Ένας παράδεισος ανεξάντλητων ευκαιριών και θέσεων εργασίας για τον καθένα. Φαντάζονται ότι εκεί τα πράγματα θα είναι εύκολα, ότι εκεί ήδη τους προετοιμάζουν μια μεγαλειώδη υποδοχή. Ότι τους περιμένουν. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ελάχιστοι από αυτούς διαθέτουν τα προσόντα, το κουράγιο και κυρίως τη γνώση που χρειάζεται κανείς για να αναδειχτεί στη διεθνή αγορά και σε ένα περιβάλλον έντονα ανταγωνιστικό. Ελάχιστοι διαθέτουν τη φαντασία, τη δημιουργικότητα και την καινοτομία για να διακριθούν. Εκείνο που μετράει βέβαια είναι η διάθεση. Αρκεί να συνοδεύεται από προσπάθεια. 

Συμπέρασμα πέμπτο και τελευταίο: Η τηλεόραση αποτελεί πολύ κακή επιρροή 
Κάποιοι -ελάχιστοι- θα τα καταφέρουν. Θα εξελιχτούν και θα πετύχουν. Θα γράψουν ιστορία σε ό,τι κι αν κάνουν. Τα όνειρα συνήθως δε βλάπτουν. Η μη εκπλήρωσή τους μπορεί να προκαλέσει μια κατάθλιψη αλλά αυτό είναι το τίμημα. Ο κόσμος μας εξελίχτηκε και θα συνεχίσει να το κάνει, επειδή κάποιοι ονειρεύτηκαν την εξέλιξη αυτή. Κάποια παιδιά θα εγκαταλείψουν τα όνειρά τους, όταν δουν ότι η υλοποίησή τους απαιτεί σκληρή και συνεχή δουλειά. Κάποια άλλα θα διαψευστούν, εξαιτίας παραγόντων που ούτε μπορούν να διανοηθούν. Η ζωή μοιάζει με αγώνα δρόμου. Πολλοί ξεκινούν αλλά λίγοι ανεβαίνουν στο βάθρο του νικητή. Έτσι γίνεται πάντα. Οι σημερινοί τελειόφοιτοι πολύ γρήγορα θα καταλάβουν ότι αφιέρωσαν πολύ χρόνο στην τηλεόραση και ότι ο Προσανατολισμός που δέχτηκαν από αυτή ίσως δεν ήταν ο καλύτερος. Σίγουρα δεν ήταν ρεαλιστικός. 


Ο κ. Ζάχος αδημονεί να ζήσει τις επαναστάσεις που κυοφορούνται 
στην επιστήμη, την κοινωνία, τη γεύση