Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

"U Can't Touch This"

Πριν ένα δυο χρόνια μου συνέβη το εξής αδιανόητο -όπως πίστευα τότε. Άρθρο μου δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα της Ζακύνθου. Μέχρι εδώ κανένα πρόβλημα. Άρθρα γράφω και -εκτός του ιστολογίου μου- τα δημοσιεύω σε εφημερίδες. Το παράδοξο ήταν ότι είχε δημοσιευθεί με διαφορετικό -τελείως βλακώδη- τίτλο. Το ακόμα πιο παράδοξο ήταν ότι δεν είχε δημοσιευθεί με το όνομά μου αλλά με το όνομα άλλου «συγγραφέα», ο οποίος τύχαινε να είναι «αρχισυντάκτης» της εφημερίδας. Στην επικοινωνία που είχαμε ισχυρίστηκε ότι είχε γίνει λάθος από την υπεύθυνη(;) και εκ παραδρομής δε δημοσιεύθηκε η πηγή και ο πραγματικός συγγραφέας. Είχα γελάσει πολύ ακούγοντας δικαιολογίες που μόνο ένας απόλυτα και βεβαιωμένος με ιατρική γνωμάτευση ηλίθιος μπορούσε να δώσει. Δηλαδή, η υπεύθυνη(;) άλλαξε το όνομα του συγγραφέα, άλλαξε τον τίτλο, πρόσθεσε κάποια ανόητα σχόλια και όλα αυτά με δική της πρωτοβουλία; 
Πριν μια εβδομάδα μου συνέβη το εξής -πριν μερικά χρόνια θα πίστευα αδιανόητο. Δύο (1 + 1) άρθρα μου δημοσιεύθηκαν με διαφορά λίγων ημερών στην ίδια εφημερίδα της Ζακύνθου. Τι σύμπτωση! Ανάρπαστος είμαι στο νησί! Αυτή τη φορά με τον πρωτότυπο τίτλο. Και πάλι, όμως, με το όνομα άλλου «συγγραφέα». Μετά από μικρή έρευνα ανακάλυψα ότι αυτός ο άλλος «συγγραφέας» διατηρεί φροντιστήριο στη Ζάκυνθο. Με απλά λόγια πρόκειται για συνάδελφο(;). Το άρθρο μου μάλιστα -με το όνομα του άλλου- βρέθηκε αναρτημένο και σε άλλες ιστοσελίδες. Πάταγο έκανε ο αθεόφοβος. Είπαν στον τρελό να χ€$σει, έκατσε και ξεκ...θηκε. Ο αθεόφοβος μάλιστα, δεχόταν και συγχαρητήρια για όσα σκέφτηκε(;) και έγραψε(;) και όλο καμάρι ευχαριστούσε για τα καλά λόγια. Στην επικοινωνία που είχαμε προσπάθησε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Ο ίδιος βέβαια, δεν είχε την παραμικρή ευθύνη. Κάποιο λάθος είχε γίνει στην ηλεκτρονική ταχυδρόμηση προς την εφημερίδα και δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση από τον ίδιο και είναι καλός άνθρωπος και δεν είναι μικρό παιδί και, και, και... 
Μπούρδες, γελοιότητες, μετριότητες, χυδαιότητες... Εμένα, βέβαια, που είμαι εξαιρετικά ματαιόδοξος με φτιάχνει το γεγονός ότι τα άρθρα μου έχουν τέτοια πέραση, ώστε να αποτελούν αντικείμενο λογοκλοπής. Σημαίνει ότι η πένα μου έχει φανατικούς οπαδούς. Μάλιστα, δεν έχω πρόβλημα να δέχομαι παραγγελίες και να γράφω ό,τι τραβάει η ψυχή κάποιου. Αλλά μέχρι εκεί. Συγκρατηθείτε λίγο βρε κακομοίρηδες. Είναι δυνατόν ο ένας να το παίζει αρχισυντάκτης, ο άλλος να το παίζει καθηγητής και κανείς τους να μην έχει λίγη τσίπα! Βρε ζωντόβολα, δεν έχετε ακούσει για τον κλέφτη και τον ψεύτη που τον πρώτο χρόνο χαίρονται; Βρε πιο ανόητοι και από την ανοησία που κάνατε, δεν έχετε καταλάβει ότι στην εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας όσο εύκολο είναι να κλέψετε κάτι, άλλο τόσο εύκολο είναι και να αποκαλυφθεί η απάτη σας; 
Και οι δυο -εξίσου ατάλαντοι και μικροπρεπείς- μου θύμισαν βλαμμένα μαθητούδια. Αυτά που, εξαιτίας της τεμπελιάς και της ανεπάρκειάς τους, αντιγράφουν ασκήσεις, ξεπατικώνουν εργασίες και τις παρουσιάζουν ως δικές τους. Όταν, μάλιστα, ο εκπαιδευτικός -έχοντας καταλάβει την κουτοπονηριά τους- εκδηλώνει θαυμασμό για το αποτέλεσμα της προσπάθειάς τους, γελοιοποιούνται περαιτέρω αποδεχόμενα τους επαίνους χωρίς συστολή. Ο μαθητής-μύδι έχει πειστεί ότι τα κατάφερε πολύ καλά, έχει παραμυθιαστεί ότι η δουλειά είναι δική του. 
Ε λοιπόν, το ίδιο συμβαίνει παντού. Ο μαθητής-κουνουπίδι συνήθως εξελίσσεται σε κουνουπιδοκαθηγητή, κουνουπιδοαρχισυντάκτη, κουνουπιδοπολιτικό, κουνουπιδογονιό. Ακόμα και στην εποχή των γενετικά τροποποιημένων είναι δύσκολο να μεταλλάξουμε το άτομο-κουνουπίδι σε άτομο-ευφυές. Και άντε ο ατάλαντος αρχισυντάκτης, μετά από χρόνια απομάκρυνσης από τη μαθητική ζωή, έχει ξεχάσει τις καζούρες που έτρωγε ως μαθητής κάθε που έκλεβε εργασίες. Αμ ο άλλος, ο ατάλαντος εκπαιδευτικός; Τι θα πει στο στουρνάρι-μαθητή του που αντιγράφει τη δουλειά άλλων; Πώς θα τον αντικρίσει, τη στιγμή που και αυτός τα ίδια κάνει; Θα του μιλήσει για ηθική, για την αξία της προσωπικής προσπάθειας; Θα του δείξει πόσο γελοίο, απαράδεκτο, χυδαίο, βλακώδες είναι αυτό που κάνει; 
Αποδεικνύεται ότι «η βλακεία είναι ανίκητη και είναι αδύνατο να τα βάλεις μαζί της». Στους βλάκες, λοιπόν, που κυκλοφορούν ανάμεσά μας δεν έχω παρά να αφιερώσω το απόσπασμα από το «Δοκίμιο περί ανθρώπινης βλακείας» του C. M. Cipolla. «Απέναντι σε ένα ηλίθιο άτομο οποιαδήποτε προετοιμασία άμυνας είναι αδύνατη. [...] Μπροστά σε ένα ηλίθιο πρόσωπο, είναι κανείς ολοκληρωτικά στο έλεός του. [...] Με το χαμόγελο στα χείλη, σαν να κάνει το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο, ο βλάκας θα εμφανιστεί ξαφνικά για να καταστρέψει τα σχέδιά σου, να σου χαλάσει την ησυχία, να σου περιπλέξει τη ζωή και τη δουλειά, ... κι όλα αυτά χωρίς κακία, χωρίς τύψη και χωρίς λόγο. Βλακωδώς». Και επειδή είναι απίθανο να νικήσουμε κάποτε τη βλακεία, μας μένει απλώς να τη γελοιοποιούμε διαρκώς. Είναι μια κάποια εκδίκηση.

ΥΣ: Αγαπητοί λογοκλόποι, με την κλοπή της προσπάθειας των άλλων απλώς γίνεστε αντικείμενο χλευασμού και περιφρόνησης. Έτσι κι αλλιώς, αυτό που λέγεται δημιουργικότητα είναι αδύνατο να το κατανοήσετε και πολύ περισσότερο... να το αγγίξετε ποτέ!!!

*Ο κ. Ζάχος πιστεύει ότι η καλή εφημερίδα της Ζακύνθου 
αποκλείεται να δημοσιεύσει το συγκεκριμένο άρθρο, έστω και με το όνομα άλλου!




Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Τώρα είσαι φοιτητής! Ε, και;

«Μακριά κι αγαπημένοι»! Λατρεύω τη συγκεκριμένη ρήση, όσο τίποτε άλλο, αυτή την περίοδο. Δηλαδή, για να καταλάβετε, αν υπήρχε τέτοια ανάρτηση στο "fb", θα έμπαινα ολημερίς, ολαπογευματίς και ολονυχτίς και θα την τάραζα στο «like». Τόσο πολύ. 
Θα σκέφτεστε τι με έπιασε και πάλι, για μια ακόμα φορά. Τίποτε ιδιαίτερο. Τα γνωστά. Χιλιάδες νέοι κατάφεραν -κάποιοι μετά κόπων και βασάνων, άλλοι τελείως αβασάνιστα- να εισαχθούν στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση. Με λίγα λόγια, είναι πλέον φοιτητές. Αυτό είναι πολύ καλό πράγμα. Και γι αυτούς και για μένα. Σκέφτομαι: «Ωραία, έφυγαν και ΚΥΡΙΩΣ θα με αφήσουν στην ησυχία μου, για να ασχοληθώ με την επόμενη φουρνιά»! 
Ουτοπικό. Δεν περνάει καλά καλά μια εβδομάδα φοιτητικής ζωής και τσουουουπ… πάρτους πίσω στη γενέτειρα. Τα παιδιά μπορεί να επιθύμησαν τα χάδια της μαμάς, τα κεφτεδάκια της γιαγιάς, την πίτα της κουμπάρας από το χωριό ή έστω τον εξαιρετικής ποιότητας και γεύσης φραπέ που προσφέρουν οι εκατοντάδες, εκπληκτικής πρωτοτυπίας, καφετέριες της "coffee city" στην οποία ζούμε. Αυτό από μόνο του δε θα με ενοχλούσε. Καθόλου. Με ενοχλεί ότι η επιστροφή τους περιλαμβάνει και επίσκεψη στον πρώην καθηγητή τους. Δηλαδή, σε εμένα. 
Ούτε κι αυτό από μόνο του θα με πείραζε. Το να με επισκεφτεί κάποιος από τα παλιά δεν είναι ιδιαίτερα βδελυρό. Ο άνθρωπος μπορεί να θέλει να μου ανακοινώσει τα κατορθώματά του. Να μου μιλήσει για τις ακαδημαϊκές επιτυχίες του. Να μου εκμυστηρευτεί ότι είναι υποψήφιος για Nobel. Αλλά το να έρχεται μόνο και μόνο για να μου πει ότι είναι φοιτητής (αυτός και άλλοι τετρακόσιες χιλιάδες, χωρίς τους αιωνίους), ότι έφυγε για πέντε μέρες και του έλλειψε το φροντιστήριο,ο φραπέ(ς), οι παλιόφιλοι (όχι αναγκαστικά παλιοχαρακτήρες), τα παλιοστέκια (ισχύει η προηγούμενη παρατήρηση), ε αυτό είναι… βδελυρό. Μα πέντε μέρες ήταν βρε άνθρωπε, όχι πέντε αιώνες.
Και τότε σκέφτομαι: «άλλη μια θέση στο πανεπιστήμιο κατασπαταλημένη»! Ναι, σπαταλημένη και μάλιστα «κατα». "Βοήθησα κι εγώ να περάσει... "αυτό" στο πανεπιστήμιο; Σίγουρα θα πάω στην κόλαση"! 
Δεν έχουν καταλάβει το παραμικρό. Δεν έχουν καταλάβει τι σημαίνει να είσαι φοιτητής, τι σημαίνει πανεπιστήμιο, τίποτα. Φεύγουν για να σπουδάσουν, για να ανοίξουν τους ορίζοντές τους, για να γνωρίσουν νέες νοοτροπίες και τελικά το μόνο που κάνουν είναι να σβήνουν μέρες για να επιστρέψουν στα παλιά και δεδομένα. Τι να πω; Πιο "ακίνητοι" κι από άγαλμα. Ακόμα κι όταν βρίσκονται στην πόλη των σπουδών τους έρχονται σε επαφή με άτομα που γνώριζαν από παλιά. Καθετί καινούριο το φοβούνται, το απεχθάνονται, το αποφεύγουν. Κι όχι μόνο. Το χαίρονται κιόλας. Συναναστρέφονται με τους ίδιους και τους ίδιους και να τα check in, και να οι selfies και να η χαρά να τρέχει από τα μπατζάκια. 
Αηδία. Μα γι αυτό έγινες φοιτητής βρε άνθρωπε; Βάλε την γκλάβα σου να δουλέψει έστω και στο ελάχιστο. Φοιτητής έγινες για να αποκτήσεις εφόδια που θα σου εξασφαλίσουν ένα υπέροχο μέλλον. Αν βέβαια, πέρασες σε μια σχολή του κ@#ου, δεν πρόκειται να αποκτήσεις τίποτα και ποτέ. Οπότε μήπως να στρώσεις τον κ@#ο σου και να προσπαθήσεις πάλι για κάτι καλύτερο; Φοιτητής έγινες για να ανοίξεις τους ορίζοντές σου. Κι αυτοί δε θα ανοίξουν αν συνεχίσεις την παρέα με όσους γνώριζες από παλιά. Αυτοί ό,τι είχαν να σου δώσουν, σου το έδωσαν. Οπότε δεν ανοίγεις τα στραβά σου να βρεις κάτι καινούριο, πιο αξιόλογο, πιο ανατρεπτικό, πιο εποικοδομητικό, πιο… φευγάτο; Φοιτητής έγινες για να καταλάβεις τι θα απαιτήσει -καλύτερα τι ήδη απαιτεί- η ζωή από σένα. Για να συνειδητοποιήσεις ότι όλα γύρω σου θα τρέχουν (ακόμα και οι καθηγητές σου) χωρίς να περιμένουν πότε θα το καταλάβεις εσύ, πότε θα προσαρμοστείς εσύ, πότε θα ξεκουνηθείς εσύ, με απλά λόγια, πότε θα ξυπνήσεις από τον ύπνο της καλοπέρασης. Φοιτητής έγινες για να ανεξαρτητοποιηθείς. Να δεις μέχρι πού φτάνεις, να εντοπίσεις τα όριά σου, να οργανώσεις τη ζωή σου, να ξεφύγεις από το «προδέρμ» στο οποίο έχεις εθιστεί. Όλα τα άλλα είναι μπούρδες και χάσιμο χρόνου. Και χρήματος βέβαια. Φοιτητής έγινες για να κυνηγήσεις τα όνειρά σου. Έγινες για να επαναστατήσεις, να αμφισβητήσεις, να αναθεωρήσεις, να έρθεις σε ρήξη με καθετί που σε κρατάει όμηρο της στασιμότητας. Φοιτητής έγινες για να κοιτάς μπροστά κι όχι για να μένεις πίσω. Φοιτητής έγινες για να δοκιμάσεις καινούρια πράγματα, για να αποκτήσεις εμπειρίες αυτονομίας, οργάνωσης, προσπάθειας. 
Φοιτητής δεν έγινες για να ξεκουραστείς. Δεν έγινες για να διασκεδάζεις. Δεν έγινες για να χάνεις το χρόνο σου με άτομα που τα έχουν χαμένα. Δεν έγινες για να διαιωνίσεις έναν τρόπο ζωής και σκέψης που είναι βουτηγμένοι στο συντηρητισμό. Γιατί, αν γι αυτά τα τελευταία έγινες φοιτητής, άστα να πάνε. Και σε λίγο δε θα είναι μόνο ο Χαράλαμπος που θα τα κλαίει. Θα είναι κι ο καημένος ο γονιός που θα κλαίει με μαύρο δάκρυ τα χρήματα που σπατάλησε για σένα. Θα είσαι κι εσύ, για τις χαμένες ευκαιρίες, ευκαιρίες που δε θα βρεις ποτέ ξανά. Κι όταν θα φτάσεις στα σαράντα+, θα περιφέρεις τις αποτυχίες σου λέγοντας: "Ξέρεις πόσα πράγματα ΘΑ μπορούσα να έχω κάνει εγώ, αλλά...". Αλλά θα φταίει το σύστημα!
Πολλοί πέρασαν φέτος στο πανεπιστήμιο. Λίγοι ξέρουν και γιατί. Ε, με αυτούς δεν έχω κανένα πρόβλημα να ξαναβρεθώ. Άλλωστε είναι ελάχιστοι.

*Ο κ. Ζάχος δυσφορεί με νέους ανθρώπους
που ζουν(;) μια ζωή χαμένων ευκαιριών

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Τι θέλει να πει ο... πρωθυπουργός;

Επειδή, πιθανότατα, με το έργο του αδυνατεί, ο πρωθυπουργός προσπάθησε να στείλει μηνύματα για το μέλλον της χώρας με άρθρο του στην εφημερίδα «Καθημερινή». Η αισιοδοξία του τρέχει από τα μπατζάκια, από τα μανίκια ακόμα κι από μια εσωτερική τσέπη του σακακιού του είδα  λίγη να τρέχει. Λόγια τόσο γλυκά όσο κι ένα Συριανό λουκούμι. Πολύ γλυκό αλλά η γλύκα του κρατάει λίγο.
Ωραία αυτά που λέει αλλά για όσους δεν κατοικούν στη Ελλάδα. Γιατί αν κάποιος ζει στην Ελλάδα και διαβάσει τα όσα γράφει ο πρωθυπουργός, αρχίζει να νιώθει ζαλάδες, αναγούλες και κυρίως σύγχυση. Αρχίζει να αισθάνεται κάπως σαν... «Βρε μήπως είμαι τελείως βλαμμένος και δεν καταλαβαίνω τι μου γίνεται;», «μήπως έχω περιέλθει σε κατάσταση άνοιας και έχω χάσει κάθε επαφή με την εξέλιξη που συντελείται γύρω μου;».
Αλήθεια, όμως, πρέπει να αισθάνεται κανείς τέτοια παλιοπράγματα ή μήπως βλαμμένος είναι εκείνος που διαβάζει όλα αυτά και χαίρεται; Το δεύτερο με σιγουριά. Μια απλοϊκή ανάλυση βασικών σημείων του κειμένου είναι αρκετή και επιβεβαιωτική.

Ξεκινάει το άρθρο του ο πρωθυπουργός: «Η Ελλάδα θα προχωρήσει μπροστά. Πίσω δεν υπάρχει! Κανείς δεν το θέλει, κανείς δεν το αντέχει. Και εμείς δε θα το επιτρέψουμε...».
Πολύ καλό και δυνατό ξεκίνημα αλλά αν ο πρωθυπουργός κατέβαινε στους δρόμους ή αν σήκωνε το τηλέφωνο ή αν έστω έμπαινε στο FB άλλα θα έβλεπε, θα άκουγε και τελικά θα καταλάβαινε. Μα τα λένε αυτά, καλέ μου, στους πολίτες(;) καλύτερα κατοίκους μιας χώρας που θυμίζει ταινία επιστημονικής φαντασίας με τόσα άλματα προς τα πίσω που έχει κάνει; Κοντεύουμε να γίνουμε αντικείμενο μελέτης επιστημόνων που ασχολούνται με το χρόνο και τη δυνατότητα να ταξιδεύουμε σε αυτόν κι εσύ δεν πήρες πρέφα; Εδώ ήδη η παγκόσμια και (αν υφίσταται) η πανσυμπαντική κοινότητα πιστεύει ότι έχουμε εφεύρει τη «μηχανή του χρόνου» και ότι απλώς δε θέσαμε σωστές παραμέτρους στην προσπάθειά μας να μετακινηθούμε στο χωροχρόνο κι εσύ λες ότι «πίσω δεν υπάρχει»! Μωρέ υπάρχει και παραϋπάρχει και μπορείς να το τσεκάρεις ρωτώντας τη γιαγιά στη λαϊκή, το γονιό που δυσκολεύεται να προσφέρει στα παιδιά του τα εφόδια που χρειάζονται, στον παππού που περιμένει στα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων ή ακόμα καλύτερα εκείνους που ταξιδεύουν στα Σκόπια, τη Βουλγαρία, την Τσετσενία ή όπου αλλού για να φτιάξουν τα δόντια τους ή να αγοράσουν τα αναγκαία από Σούπερ Μάρκετ των... αναπτυγμένων αυτών περιοχών.

Και συνεχίζει ο καλός μας: «Η Ελλάδα βρίσκεται πολύ κοντά στην έξοδο από την κρίση και τη μνημονιακή εποχή... Πιάσαμε τους στόχους μας νωρίτερα από το Πρόγραμμα! Βγήκαμε στις αγορές νωρίτερα. Δεν χρειαζόμαστε άλλα χρήματα, ούτε άλλο Μνημόνιο. Η ανάκαμψη ξεκίνησε και η ανεργία άρχισε να υποχωρεί. Όλοι αναγνωρίζουν πια την επιτυχία της χώρας».
«Όλοι» εκτός από τους κατοίκους της. Δεν ξέρω ποιος μπορεί να χαρεί με όλα αυτά! «Πιάσαμε τους στόχους»; Και, δηλαδή, ποιοι ήταν αυτοί οι «στόχους» για να έχουμε καλό ’ρώτημα; «Στόχους» ήταν να ξεπαστρέψουμε τα τελευταία καλά μυαλά που είχαν απομείνει διώχνοντάς τα σε άλλη γη σε άλλα μέρη; «Στόχους» ήταν να μειωθεί το εισόδημα και η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων σε επίπεδα μισού και βάλε αιώνα πριν; «Στόχους» ήταν να ξυπνάμε το πρωί και να αναρωτιόμαστε τι καινούριο φόρο ανακάλυψε το κυβερνητικό επιτελείο; Κι αυτό το «δε χρειαζόμαστε άλλα χρήματα», «στόχους» ήταν κι αυτό; Γιατί τουλάχιστον αυτό πράγματι το πετύχαμε. Η πλειονότητα των Ελλήνων αρχίζει και εθίζεται στο να ζει(;) χωρίς χρήματα. Με απλά λόγια, απλώς δε θέλω να πω τι... "πιάσαμε"!
Αμ αυτή η «ανάκαμψη» και η «μείωση της ανεργίας»; Μα που συχνάζει ο πρωθυπουργός και τις είδε; Όχι να μας το πει για να πάμε κι εμείς να τις γνωρίσουμε από κοντά. Δε λέμε όχι σε νέες γνωριμίες. Γιατί ο μέσος Έλληνας δεν έχει την τύχη να γνωρίζει ούτε ανάκαμψη ούτε μείωση της ανεργίας κι όχι γιατί είναι... αντικοινωνικός.

Και συνεχίζει: «Υπάρχουν, βέβαια, και κάποιοι που εύχονταν την αποτυχία της και τώρα ανησυχούν τι θα απογίνουν χωρίς... Μνημόνιο. Κι ίσως γι’ αυτό προσπαθούν να εκτροχιάσουν την κυβέρνηση, να υπονομεύσουν την πολιτική σταθερότητα. Να μας επιστρέψουν πίσω στην κρίση που τώρα ξεπερνάμε».
Να και οι αγωνίες για τους υπονομευτές. Ένα δίκιο, βέβαια, το έχει εδώ. Γιατί υπάρχουν πράγματι εκείνοι που επενδύουν στην κρίση επιδιώκοντας την αναρρίχησή τους στην εξουσία. Τι πιο εύκολο από το να δίνει κανείς υποσχέσεις σε μια μάζα που αγωνιά για τα βασικά; Και τι πιο ανησυχητικό από το ότι η συγκεκριμένη μάζα τους πιστεύει! Αλλά τι είχαμε, τι χάσαμε. Ζήσαμε τα χάλια. Ας ζήσουμε και τα χειρότερα.

Λίγο πιο κάτω όμως, η συνταγή χαλάει: «Δική μας πολιτική είναι να διανύσουμε τα τελευταία βήματα ως την «οριστική επαναφορά» της Ελλάδας στην ομαλότητα και στην ανάπτυξη».
Μα τώρα τι είναι αυτά; Παιδιά είμαστε και κοροϊδευόμαστε; Τι ήταν αυτό το «οριστική επαναφορά»; Λίγο πριν δεν έγραφε για το ότι «πίσω δεν υπάρχει»; Τι είναι επιτέλους αυτή η «επαναφορά»; Δεν είναι επιστροφή σε μια προϋπάρχουσα κατάσταση; Δηλαδή, όταν ακούμε ότι «τον επανέφεραν στη ζωή», τι καταλαβαίνουμε; Ότι τον οδήγησαν με δόξες και τιμές στον... ακατονόμαστο; Α όχι! Από έναν πρωθυπουργό περιμένουμε τουλάχιστον να ακριβολογεί. Περιμένουμε κι άλλα, βέβαια, αλλά ας βολευτούμε στα τυπικά.

Μόνο κρύος ιδρώτας με πιάνει από τα επόμενα: «Να μην αφήσουμε κανένα και τίποτε να καταστρέψει όσα οι Έλληνες έχτισαν με τις θυσίες τους».
«Έχτισαν»; Μα πού το είδε αυτό; Χτίζουν στο Ντουμπάι, στη Σαουδική Αραβία, στην Κίνα, στο Αφγανιστάν ακόμα και στην Αλβανία χτίζουν αλλά εδώ; Χτίζει κανείς σήμερα; Από πότε έχει να κυκλοφορήσει σε δρόμους και μάλιστα κεντρικότατους; Τι βλέπει; Επίκαιρα της δεκαετίας του ’70 βλέπει; Δεν έχει πάρει μυρωδιά το πόσα μαγαζιά ρημάζουν αδειανά; Το πόσα μαγαζιά το γύρισαν στο «βαράμε μύγες» μέχρι να κλείσουν κι αυτά οριστικά; Γιατί κάτι άλλο από αυτό προσωπικά δε βλέπω, αν και έχω όλη την καλή διάθεση.

Έχει και καλύτερο: «Όλα αυτά δεν τα «υποσχόμαστε». Είμαστε πολύ κοντά να τα πετύχουμε. Τα βεβαιώνουν αριθμοί και τα επιβεβαιώνουν οι αγορές».
Φέξε μου και γλίστρησα. Μα οι αγορές δεν ήταν που μας οδήγησαν -κι όχι μόνο εμάς- εδώ που είμαστε; Οι αγορές δεν ήταν που δεν κατάλαβαν γρι από όσα συνέβαιναν και όσα επρόκειτο να συμβούν; Αποφάσεις οικονομικών επιτελείων εταιρειών και κρατών δε μας οδήγησαν στην καταστροφή, στην κρίση, στη φτώχεια, στην απόγνωση, στην οργή... Και τώρα έρχεται ο πρωθυπουργός να μας πει τι; Και ποιοι «αριθμοί» είναι επιτέλους αυτοί; Οι αριθμοί των πτωχεύσεων, των αυτοκτονιών, των ποσοστών των ανθρώπων που ζουν κάτω από ή στα όρια της φτώχειας... Ποιοι;

Το κλείσιμο είναι πολύ κατώτερο των προσδοκιών. Κλείνει περίπου όπως ξεκίνησε: «Η Ελλάδα θα προχωρήσει μπροστά. Πίσω δεν υπάρχει! Κανείς δεν το θέλει, κανείς δεν το αντέχει. Και εμείς δε θα το  επιτρέψουμε».

Μμμμ! Αυτό περιμέναμε; Όχι βέβαια! Όσα προηγήθηκαν μας έδωσαν δύναμη, κουράγιο να συνεχίσουμε, αισιοδοξία για το μέλλον. Ως λαός νιώσαμε βαθιά υπερηφάνεια, άξιοι απόγονοι του «ενοίκου» του τάφου της Αμφίπολης. Δηλαδή, πείραζε ένα και δύο: «Ζήτω η Ελλάδα, ζήτω το έθνος»; Να ξεσηκωθούμε λίγο βρε αδερφέ!