Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

Συνάντησα την ελπίδα στο δρόμο και μου είπε ότι έρχεται...

Ημέρα εκλογών. Ξύπνησα στις μαύρες μου. Αισθανόμουν βαρύς. Κι όμως, χθες βράδυ έφαγα ελαφρά. Κάτι άλλο έφταιγε. Μάλλον οι εκλογές. Κάποιοι ελπίζουν σε αυτές. Εγώ όχι. Τέλος πάντων, οι άλλοι κάτι μπορεί να ξέρουν παραπάνω, ας μην τους θεωρήσω εξαρχής βλαμμένους. Το αποτέλεσμα θα κρίνει. Σκεφτόμουν ότι κάποια στιγμή έπρεπε να πάω να ψηφίσω. Το καθυστερούσα. Ούτε ο καφές στην ηλιόλουστη βεράντα, ανάμεσα στα φυτά μου, κατάφερε το παραμικρό. Ζήλευα όλους εκείνους που θα πήγαιναν μέσα στην τρελή χαρά να ασκήσουν το εκλογικό δικαίωμά τους. Εγώ δεν ένιωθα καμιά χαρά. Ένιωθα βάρος. 
Σκέφτηκα να ασχοληθώ με τη δουλειά μου. Μπορεί να αισθανόμουν καλύτερα. Μια στοίβα γραπτών με περίμενε. Ίσως αν κατάφερνα να τη μετριάσω, μετρίαζα και την άρνησή μου. Τίποτα. Τα όσα διάβαζα με έκαναν ακόμη πιο χάλια. Συνήθως αυτό συμβαίνει. Διαβάστε μαθητικά δοκίμια και θα με καταλάβετε. Μάλλον επέτειναν την απαισιοδοξία μου. Η κατάρα μου είναι να βλέπω χειροπιαστά το μέλλον της χώρας μας μέσα από τα γραπτά και άρα το επίπεδο των αυριανών πολιτών. Ελπίδα καμιά. Τα εγκατέλειψα πιο άκεφος από ό,τι ξεκίνησα. 
Σύρθηκα στο μπάνιο. Ούτε καν το καυτό νερό είχε την παραμικρή ευεργετική επίδραση. Συμμαζεύτηκα, πήρα την ταυτότητά μου και ξεκίνησα για το εκλογικό τμήμα. Δεν έβλεπα την παραμικρή ιερότητα σε αυτό που πήγαινα να κάνω. Έριξα μια ματιά στον υπολογιστή ψάχνοντας το εκλογικό τμήμα μου. Έφτασα σε αυτό χωρίς η διάθεσή μου να έχει αλλάξει στο παραμικρό. Ευτυχώς υπήρχαν ελάχιστοι εκεί. Δε θα αναγκαζόμουν να υποστώ ανόητες φλυαρίες για το μέλλον της χώρας. Μάλλον οι περισσότεροι είχαν ήδη ψηφίσει και κάπου θα περίμεναν την ελπίδα. Ψήφισα. Ένιωθα ακόμη χειρότερα. 
Η κατάστασή μου μού θύμισε το Φίλιπ Μάρλοου, το διάσημο ντετέκτιβ του Raymond Chandler. Αντιγράφω:

«Ένιωθα κούφιος και αδειανός σαν τα διαστήματα ανάμεσα στα άστρα. Όταν έφτασα σπίτι ετοίμασα ένα δυνατό ουίσκι και στάθηκα πλάι στο ανοιχτό παράθυρο του καθιστικού˙ ήπια μια γουλιά ακούγοντας τη φασαρία από την κίνηση στη λεωφόρο Λόρελ Κάνιον και χαζεύοντας το λαμποκόπημα της μεγάλης, αγριεμένης πόλης πάνω από τις καμπύλες των λόφων που διέσχιζε η λεωφόρος. Από μακριά ο στριγκός θρήνος των αστυνομικών ή πυροσβεστικών σειρήνων τη μια δυνάμωνε την άλλη αργοχανόταν, δίχως ποτέ να σταματάει για πολύ. Είκοσι τέσσερις ώρες την ημέρα κάποιος τρέχει να ξεφύγει, κάποιος άλλος τον κυνηγάει να τον πιάσει. Εκεί έξω, στη νύχτα των χιλίων φονικών, κόσμος πέθαινε, σακατευόταν, κοβόταν από σπασμένα γυαλιά, σκοτωνόταν με το αυτοκίνητο, τον πατούσαν τα βαριά λάστιχα κάποιου φορτηγού. Κόσμος έτρωγε ξύλο, ληστευόταν, στραγγαλιζόταν, βιαζόταν και δολοφονούνταν. Κόσμος πεινούσε, αρρώσταινε, έπληττε, έπεφτε σε απόγνωση από τη μοναξιά, τις τύψεις ή τον φόβο, κόσμος σκληρός, φουριόζος, αράθυμος, παραδομένος σε λυγμούς. Μια πόλη όχι χειρότερη από άλλες, μια πόλη πλούσια, γεμάτη σφρίγος και περηφάνια, μια πόλη παραπλανημένη και συντριμμένη και κενή. Τα πάντα εξαρτώνται από ποια σκοπιά τα βλέπεις και πόσο μπροστά είσαι στη βαθμολογία. Εγώ δεν είχα ούτε έναν πόντο. Δεν μ’ έμελλε. Αποτέλειωσα το ποτό μου και πήγα για ύπνο.». 
Raymond Chandler, “Ο μεγάλος αποχαιρετισμός” 

Ήταν αδιανόητο. Με βαριά βήματα έφτασα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησα για το σπίτι. Δεν το άντεχα. Κάπου πρέπει να υπήρχε μια αχτίδα φωτός. Κάπου πρέπει να υπήρχε κάποια ελπίδα και για μένα κι εγώ απλώς έπρεπε να τη βρω... Κάπου έκανα κάτι λάθος. 
Και ναι. Τελικά αυτό ήταν. Το βρήκα. Η λύση έλαμψε σαν την πρώτη ακτίνα του ήλιου ένα χειμωνιάτικο πρωινό. Το λάθος ήταν ολωσδιόλου δικό μου. Το προεκλογικό κλίμα με είχε αποπροσανατολίσει. Είχα πειστεί σαν τον κάθε πανηλίθιο ότι την ελπίδα στη φέρνουν άλλοι. Κάτι σαν delivery. Λάθος μεγαλειώδες! Την ελπίδα τη δημιουργεί ο καθένας και πιθανότατα δεν το κάνει με την ψήφο του. Τουλάχιστον όχι μόνο με αυτήν. Το κάνει αλλιώς και το κάνει καθημερινά και αδιάλειπτα. Έπρεπε να πάρω τα πράγματα στα χέρια μου. Ήταν βλακώδες να περιμένω από τους άλλους. Ήταν χάσιμο χρόνου. 
Σταμάτησα στην άκρη του δρόμου, δίπλα σε ένα πρακτορείο ΟΠΑΠ και μπήκα. Συμπλήρωσα κάποιες στήλες σε ένα δελτίο Τζόκερ και το κατέθεσα. Ο πράκτορας με ενημέρωσε ότι είχε Τζακ Ποτ. Πήρα το απόκομμα. Ένιωθα ανακούφιση. Επιτέλους, το βάρος είχε φύγει από πάνω μου. Τώρα ναι, μπορώ κι εγώ να ελπίζω. Μπορώ να περιμένω την ελπίδα να έρθει. Είμαι έτοιμος. 


 *Ο κ. Ζάχος πιστεύει ότι ένα Τζόκερ θα μας σώσει. 
 Και το πιστεύει πολύ.

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Εκλογές, silver alert…

Οι Έλληνες πολίτες -αυτό το εξαιρετικά ευφυές είδος του πλανήτη- λατρεύουν τις εκλογές. Μη με παρεξηγήσετε. Δεν εννοώ σε καμιά περίπτωση ότι οι Έλληνες είναι πολιτικοποιημένοι. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα γνώριζαν για ποιο λόγο γίνονται εκλογές και για ποιο λόγο συμμετέχουν σε αυτές. Κάτι τέτοιο, όμως, δε συμβαίνει επουδενί. Λαός και «πολιτικοί» είναι απολίτικοι. Τόσο ο μεν (λαός) όσο και οι δε («πολιτικοί») αγνοούν τι είναι αυτό που λέγεται «εκλογές» και βέβαια αγνοούν τον πραγματικό λόγο για τον οποίο γίνονται. Παρόλ’ αυτά τις λατρεύουν. Χρόνια τώρα. 
Οι πολιτικοί έχουν την αίσθηση ότι οι εκλογές είναι μια διαδικασία ανάδειξής τους σε μια καλοπληρωμένη θέση εξουσίας. Από τη στιγμή που θα εκλεγούν ανάθεμα κι αν ξέρουν τι να κάνουν. Κάποτε, βέβαια, είχαν δουλίτσα. Διόριζαν κομματικούς οπαδούς σε θέσεις του δημοσίου. Αν τέτοιες θέσεις δεν υπήρχαν, απλώς τις δημιουργούσαν. Όταν το μαγαζί βάρεσε κανόνι, η δουλειά τους τέλειωσε. Βρέθηκαν χωρίς αντικείμενο. Πλέον η μόνη δουλειά που μπορούν να κάνουν είναι να φουσκώνουν τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, κατά προτίμηση σε τραπεζικό ίδρυμα του εξωτερικού, ώστε τα χρήματά τους να είναι εξασφαλισμένα από τις βλακώδεις επιλογές της εγχώριας πολιτικής. Άρα από τους ίδιους και τις βλαμμένες αποφάσεις τους. Άλλωστε αυτοί γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα ποιοι μας κυβερνούν, οπότε δεν αναλαμβάνουν το παραμικρό ρίσκο. 
Στα ίδια και χειρότερα χάλια έχουν περιέλθει οι πολίτες. Μέχρι να βαρέσει κανόνι το μαγαζί, θεωρούσαν ότι εκλογές είναι μια διαδικασία επιλογής εκείνων που θα τους εξασφάλιζαν μια θεσούλα στο μαγαζί ή πρόσβαση στο ταμείο του με την ανάθεση κάποιων έργων. Η πτώχευση του μαγαζιού είχε παρενέργειες και στη δική τους κοσμοθεωρία. Έχασαν τον κόσμο κάτω από τα πόδια τους. Στην προσπάθεια να βρουν άλλο λόγο για τη συμμετοχή τους, έδωσαν στις εκλογές διαφορετικό νόημα. Τις είδαν σαν «silver alert». Μέσω των εκλογών αναζητούν τον εξαφανισμένο πατερούλη που θα τους προστατεύσει, θα συγχωρήσει τα λάθη που έκαναν. Θα τους παραμυθιάσει ότι δεν ήταν τελείως ηλίθιοι που άπλωσαν τα πόδια τους έξω από το πάπλωμά τους. Θα τους παρηγορήσει λέγοντάς τους ότι παρασύρθηκαν από... (η φαντασία μου αδυνατεί να εντοπίσει από ποιον). Θα τους εκφράσει τη στοργή του, θα τα βάλει με τους κακούς που μας δάνειζαν ασύστολα. Θα αναλάβει την ευθύνη να τους βγάλει από τα αδιέξοδα στα οποία έχουν περιέλθει και για τα οποία, όπως όλοι έχουμε γνωρίζουμε, ουδεμία ευθύνη φέρουν. Οι άλλοι φταίνε. Πάντα το έκαναν άλλωστε (δηλαδή να φταίνε). 
Κάπως έτσι βαδίσαμε μέχρι τη συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση. Πολιτικοί και πολίτες βρήκαν το νόημα και μάλλον τα βρήκαν μεταξύ τους. Οι πολιτικοί συνειδητοποιώντας ότι οι δυνατότητες για παροχές έχουν εκλείψει και κυρίως ότι γι αυτό έχουν πειστεί και οι πολίτες, έκαναν το αυτονόητο. Υπόσχονται περισσότερα!!! Διορισμοί, αποκατάσταση απολυμένων, επαναφορά μισθών σε προ κρίσης επίπεδα, δημιουργία θέσεων εργασίας και φυσικά και πάνω από όλα το Άγιο Δισκοπότηρο των υποσχέσεων: Έξοδος από τα μνημόνια και απελευθέρωση από τα δεσμά των δανειστών. 
Θα αναρωτηθεί κάποιος γιατί το κάνουν αυτό τη στιγμή που και οι ίδιοι και οι πολίτες γνωρίζουν ότι τέτοιου είδους υποσχέσεις είναι ανέφικτες. Ο λόγος είναι απλός. Είναι ο μόνος τρόπος που γνωρίζουν. Η προεκλογική εκστρατεία ανέκαθεν στηριζόταν σε υποσχέσεις. Αγνοούν το περιεχόμενο μιας, διαφορετικού επιπέδου και αισθητικής, εκλογικής αναμέτρησης. 
Οι Έλληνες πολίτες απλώς προσαρμόστηκαν σε αυτό το κλίμα τάχιστα αποδεικνύοντας το επίπεδο ευφυΐας τους για μια ακόμη φορά. Ακούει κανείς πολίτες να λένε ότι θα ψηφίσουν τον Τάδε επειδή ΔΕΝ θα κάνει, όταν έλθει εν τη βασιλεία του, όσα ισχυρίζεται σήμερα. Ακούει και δεν πιστεύει στα αφτιά του. Ποιος έχασε τη λογική, βέβαια, για να τη βρούμε εμείς; Μάλλον κανένας, οπότε πορευόμαστε με ό,τι έχουμε. Και μάλλον δεν έχουμε πολλά. 
Οι περισσότεροι απλώς ελπίζουν. Προσωπικά αγνοώ σε τι αλλά αυτό ελάχιστα επηρεάζει. Καλό είναι να ελπίζει κανείς. Για τη συγκεκριμένη κατηγορία πολιτών οι εκλογές είναι σαν το λαχείο. Το αγοράζεις, για μερικές μέρες ελπίζεις και όταν γίνεται η κλήρωση χωρίς να κερδίσεις το παραμικρό το πετάς. Η ελπίδα πεθαίνει και πάμε για άλλα...
Οπότε μήπως οι πολίτες, αυτό το συμπαθέστατο είδος, έφτασε ο καιρός να σκεφτούν λογικά και να επιλέξουν σοβαρούς ανθρώπους που δεν υπόσχονται λαγούς με πετραχήλια; Κάποιους που απλώς προτείνουν να οργανωθεί το κράτος, να περιοριστεί η διαφθορά και να μειωθούν οι σπατάλες; Λέω μήπως. Γιατί, ωραία και καλά είναι τα συνθήματα που μιλούν για την «ελπίδα» που άλλοτε «είναι εδώ» και άλλοτε «έρχεται» αλλά μήπως "έφτασε" ή "έρχεται" απλώς για να τα τινάξει μια και καλή εδώ;