Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Το Μυαλό

[...] Τι θα σκεφτόσασταν, λοιπόν, αν κάποιος γνωστός σάς πλησίαζε κάθιδρος και πανικόβλητος και σας έλεγε: «Θυμάσαι τον Κλεόπα, τον ξάδερφο της θείας Αφροξυλάνθης από το χωριό; Ο δύσμοιρος πνίγηκε προχθές, όταν πήγε για μπάνιο στη θάλασσα! Ζωή σ’ εμάς. Ο βλογημένος ήξερε πάρα πολύ καλό κολύμπι, αλλά βαρέθηκε να κολυμπήσει κι έτσι πνίγηκε. Τι ατυχία, βρε παιδάκι μου!»

Μη μου πείτε ότι θα σκεφτόσασταν ότι ο μακαρίτης ο Κλεόπας, ο ξάδερφος της θείας Αφροξυλάνθης από το χωριό αποτελούσε πρότυπο ευφυΐας! Μην καταλάβω ότι θα θεωρούσατε τον μακαρίτη αδικοχαμένο κι άτυχο! Το σωστό και λογικό είναι να τον θεωρήσετε τέρας τεμπελιάς, με μυαλό πιο ανίκανο και από την ανικανότητα και συνώνυμο της ανοησίας, όχι, όμως, άτυχο ούτε και αδικοχαμένο!

Ωραία! Τώρα τι θα σκεφτόσασταν απέναντι σ’ έναν γονιό που σας δηλώνει τελείως ανερυθρίαστα (που μάλλον σημαίνει ότι δεν έχει ερυθρά, ίσως γιατί την πέρασε μικρός) για το παιδί του που είναι μαθητής: «Το παιδί μου θέλει να περάσει στην τάδε σχολή. Έχει πάρα πολύ μυαλό, είναι πάρα πολύ έξυπνο, τετραπέρατο αλλά το άτιμο δεν διαβάζει!!!»

Το πιθανότερο και συνάμα λογικότερο είναι να σκεφτείτε για το παιδί του συγκεκριμένου γονιού ότι διαθέτει τόσο μυαλό όσο και ο Κλεόπας, ο μακαρίτης ο εξάδερφος της θείας Αφροξυλάνθης από το χωριό. Με απλά λόγια έχετε κάθε δικαίωμα να σκεφτείτε ότι το συγκεκριμένο παιδί είναι τόσο βλαμμένο και ηλίθιο όσο και μια κότα που έπεσε την ώρα που κοιμόταν και χτύπησε το ήδη χαζό κεφάλι της! Όσο για τον γονιό του συγκεκριμένου παιδιού, ο οποίος είναι και σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνος για τη νοητική κατάσταση του παιδιού του, ό,τι και να σκεφτείτε (εννοείται κακό και υποτιμητικό) λίγο θα είναι, και βέβαια τελείως δικαιολογημένο.

[...]
Με την ευκολία που θα χαρακτηριζόταν πανηλίθιος ο Κλεόπας που πνίγηκε, θα χαρακτηριζόταν πανηλίθιος και ο μαθητής που δεν διαβάζει. Ο ένας (Κλεόπας) ήταν πανηλίθιος κι όχι άτυχος, γιατί το μυαλό του δεν είχε την ικανότητα να τον βοηθήσει να καταλάβει ότι αν δεν κάνει προσπάθεια να κολυμπήσει, θα πνιγεί (αιωνία του η μνήμη). Ο δύο (μαθητής) είναι απόλυτα και δεδομένα πανηλίθιος, γιατί το μυαλό του δεν τον βοηθάει να καταλάβει ότι η δουλειά του μαθητή είναι να διαβάζει και ότι χωρίς διάβασμα θα αποτύχει, και όταν αποτύχει θα στενοχωρηθεί και θα βλαστημάει την ατυχία του και θα κλαίει και θα νιώθει και αδικημένος και κατώτερος και θα γίνει ρόμπα (από εκείνες τις ξετσίπωτες) στα μάτια των άλλων και γενικά αυτό δεν θα είναι καλό πράγμα. Άρα θα είναι κακό. Και θα έχει άσχημα ξεμπερδέματα.

Ο «Καλός Μαθητής» διαθέτει ένα καλό μυαλό. Δηλαδή, είναι έξυπνος. Ούτε τυχερός ούτε άτυχος. Απλώς έξυπνος. Αυτό σημαίνει ότι το μυαλό του τον βοηθάει να αντιλαμβάνεται τι σημαίνει να είναι μαθητής. Να προσαρμόζεται στις συνθήκες της μαθητικής ιδιότητας. Να προβλέπει τους κινδύνους των χαζών επιλογών του. Να διαμορφώνει τις λύσεις πιθανών προβλημάτων, πριν αυτά εμφανιστούν. Αυτό σημαίνει ότι ο «Καλός Μαθητής» στηριγμένος στο καλό μυαλό του έχει τη δυνατότητα και τη διάθεση να κατανοεί τις απαιτήσεις του συστήματος, να εντοπίζει, να αποδέχεται και να καλύπτει τα κενά του (όχι του συστήματος αλλά του μαθητή), να συνειδητοποιεί τις δυνατότητές του και να τις αξιοποιεί αλλά και να αναλαμβάνει τις ευθύνες του. Ο «Καλός Μαθητής» σέβεται τον εαυτό του και άρα αποφεύγει δικαιολογίες του στιλ: «Σήμερα (όπως και χθες και προχθές και παραπροχθές και κάθε μέρα) δεν προετοιμάστηκα, επειδή είχαμε επισκέψεις στο σπίτι κι εγώ τηγάνιζα κεφτέδες και κερνούσα φοντάν»!

Το μυαλό δεν είναι απλώς ένα από τα αναπόσπαστα γνωρίσματα του «Καλού Μαθητή». Αποτελεί το σημαντικότερο γνώρισμά του. Αν φανταστούμε την ανθρώπινη προσωπικότητα σαν ορχήστρα, όπου κάθε όργανο (συκωταριά, καρδιά, πλεμόνι, παχύ και λιγνό έντερο, ουροδόχος κύστη) συνεισφέρει στο καλύτερο αποτέλεσμα, τότε το μυαλό δεν είναι απλώς ένα από τα πολλά όργανά της, αλλά ο μαέστρος της. Χωρίς αυτό, όσο καλά κι αν λειτουργεί το κάθε επιμέρους στοιχείο, είναι αδύνατον να υπάρξουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Χωρίς ένα καλό μυαλό η ορχήστρα - προσωπικότητα θα θυμίζει λίγο από το «τρεις λαλούν και δυο χορεύουν» όπου ο καθένας από τους τρεις θα λαλεί ό,τι του κατεβαίνει και ο καθένας από τους δυο θα χορεύει προς όπου τον βολεύει. Δηλαδή, θα θυμίζει σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα του χορού του Ζαλόγγου, που καμμιά χαρά δεν είχε. Και θα είναι και για τα πανηγύρια!


Ο πραγματικά «Καλός Μαθητής» χρειάζεται ένα καλό μυαλό. Από την ποιότητα του μυαλού του εξαρτάται και η ποιότητα όλων των υπόλοιπων γνωρισμάτων του. Αυτό ελέγχει την παρόρμηση, τα ένστικτα και προσφέρει ουσία στα συναισθήματα και άμυνα σε βλαμμένες και αδιέξοδες επιλογές. Αυτό θέτει όρια και προσδιορίζει τους κανόνες και το πρόγραμμα της καθημερινής δράσης του. Αυτό μπορεί να κάνει το άτομο αποδεκτό κοινωνικά. Αυτό, τέλος, θα οδηγήσει στην επιλογή των κατάλληλων και εφικτών στόχων και άρα των κινήτρων για προσπάθεια που χρειάζεται ο καθένας.

[...]
Ο μαθητής που δεν διαβάζει δεν είναι «Καλός Μαθητής» και φυσικά ούτε κατά διάνοια έξυπνος. Ο μαθητής που δεν διαβάζει θα μπορούσε να είναι καλός αθλητής, καλή χορεύτρια, καλός ζαχαροπλάστης, καλός εργάτης, καλή νοικοκυρά, καλό τσουλί αλλά με βεβαιότητα δεν είναι «Καλός Μαθητής».

[...]
Αν η ποιότητα του μυαλού ήταν αποτέλεσμα μιας... θεϊκής παρέμβασης και άρα μιας υπερκόσμιας και ανεπηρέαστης επιλογής, κάθε άτομο θα ήταν δέσμιο μιας μοίρας στην οποία καμμιά παρέμβαση δεν θα ήταν δυνατή. Ο κάθε ηλίθιος τότε  απλώς θα μπορούσε να βλαστημάει τη μοίρα του ολημερίς και ολονυχτίς. Σε κάθε επισήμανση της βλακείας του θα μπορούσε με άνεση να δικαιολογείται: «Μα, έτσι μ’ έφτιαξε ο Θεός»! Δεν θα χρειαζόταν να καταβάλει την παραμικρή προσπάθεια για αφύπνιση και θα συνέχιζε αμέριμνος την πορεία του, χωρίς καμμιά τύψη και χωρίς κανένα άγχος.

Απέναντι σε μια τέτοια αίσθηση παθητικής ανευθυνότητας οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν ήσυχοι, απαλλαγμένοι από την ανάγκη προσπάθειας, αναζήτησης και κόπου. Το σημαντικότερο είναι ότι για την παθητική στάση τους ευθύνεται το ίδιο το μυαλό που αποτελεί και το πιο τεμπέλικο όργανο που διαθέτει κάθε ανθρώπινο ον. Ποτέ και για κανένα λόγο το μυαλό δεν αναλαμβάνει πρωτοβουλίες. Αρέσκεται στην αδράνεια, στη στασιμότητα και αποφεύγει την εγρήγορση. Πάντα βρίσκει τις απαραίτητες δικαιολογίες που θα το αφήσουν στην αδιατάρακτη μακαριότητα και ησυχία του. Το μυαλό δεν μοιάζει με τη συκωταριά, την καρδιά, το πλεμόνι ή το σπληνάντερο που κάνουν τη δουλειά τους χωρίς να χρειάζονται καμμιά παρότρυνση από εμάς. Και μάλιστα την κάνουν μέχρι τελικής πτώσεως. Το μυαλό είναι το σημαντικότερο και (ενίοτε) το πιο μεγαλειώδες όργανο που διαθέτουμε αλλά ταυτόχρονα είναι –με εμφανή διαφορά μάλιστα– και το πιο τεμπέλικο. Οτιδήποτε κάνει –εκτός του να αδρανεί ψάχνοντας την ευκολία– το κάνει με βαριά καρδιά και μόνο όταν το αναγκάζουμε πιεστικά να το κάνει.

Μάλιστα το μυαλό έχει εντοπίσει και μέσα άμυνας, ώστε να υπερασπίζει την αδράνειά του και να την προφυλάσσει από αδιάκριτους εισβολείς. Σκεφτείτε πώς νιώθετε κάθε φορά που κάποιος σας επισημαίνει τις αδυναμίες σας, την τεμπελιά σας αλλά και τις ευθύνες που πρέπει να αναλάβετε, ώστε να πετύχετε τους στόχους που λέτε ότι έχετε. Κάθε φορά που επισημαίνω σε μαθητές μου ότι η προσπάθειά τους δεν είναι αρκετή, ότι ο χρόνος τους περνάει καταστροφικά ανεκμετάλλευτος με απλοϊκές και αντιαισθητικές λύσεις, οι περισσότεροι αντιδρούν βλαμμένα, βαρετά, ηλίθια και κοινότυπα: «Εεε κύριεεε, μας αγχώνετε!Μην το κάνετε αυτό σας παρακαλούμε»! Εκείνη τη στιγμή με θεωρούν κακότερο και σαδιστικότερο και από τους βασανιστές των Ες Ες στα ναζιστικά  στρατόπεδα συγκέντρωσης και είναι σαν να μου λένε: «Άσε μας ρε κακότερε και σαδιστικότερε στην ησυχία μας και στη μετριότητά μας. Άσε μας να αποτύχουμε. Άσε μας να παραμείνουμε πιο βλαμμένα κι από λιπόθυμο κουνουπίδι!»
 [...]


Απόσπασμα από το βιβλίο μου,
"Μάθε, παιδί μου, γράμματα", εκδόσεις Ενάλιος