Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Μάνα υποψήφιου γιατρού, κουράγιο

Έχω την αίσθηση και μάλλον δεν είμαι ο μόνος ότι αυτοί εκεί στο υπουργείο Παιδείας το πάνε για φούντο το μαγαζί. Αν δεν τους ψεκάζουν, δεν ξέρω τι να υποθέσω. Οι άνθρωποι δεν είναι με τα καλά τους. Ανακοίνωσαν τον αριθμό των εισακτέων για τα ΑΕΙ της χώρας για το 2017. Θα αναρωτηθείτε «και τι κακό έχει αυτό;» και θα έχετε απόλυτο δίκιο. Με μια πρώτη ματιά, πράγματι, δεν έχει κανένα κακό αντιθέτως έχει πολλά καλά. Οι μαθητές μπορούν να προγραμματίσουν τις επιλογές τους, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα να οργανώσουν... όσα, τέλος πάντων, πρέπει να οργανώσουν και γενικά είναι καλό να γνωρίζουμε όλοι τι μας γίνεται. 

Μέχρι εδώ εντάξει αλλά προσέχοντας κανείς τις θέσεις των σχολών υγείας, μπορεί να καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Οι θέσεις που δίνονται φέτος σε όσους επιθυμούν την εισαγωγή τους στην ιατρική, την οδοντιατρική και άλλες θαυμαστές για τον ελληνισμό σχολές είναι μειωμένες.

ΜΕΙΩΜΕΝΕΣ, καλά διαβάσατε. Κι αυτό δεν νομίζω ότι έχει κάτι καλό. Γιατί, κ. υπουργέ μου, μάλλον δεν έχετε σκεφτεί τις συνέπειες. Μπορεί εσείς και η κυβέρνησή σας να μειώσατε τους μισθούς και να μην κουνήθηκε φύλο. Μπορεί να πετσοκόψατε τις συντάξεις και να μην κουνήθηκε φτερό. Μπορεί να κόψατε επιδόματα, επιδοτήσεις, παροχές και να μην ακούστηκε κιχ. Μπορεί να κόψατε το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος και να σας χειροκρότησαν όσοι το ψήφισαν. Αλλά δεν μπορεί να κόβετε θέσεις από τις σχολές υγείας και να περιμένετε ότι δεν θα συμβεί το παραμικρό. 

Και άντε, το βρίσκω απίθανο να υπάρξουν αντιδράσεις από τους υποψηφίους. Αυτούς τους είπαν ότι πρέπει να γίνουν γιατροί και χωρίς να το πολυσκεφτούν αποφάσισαν να γίνουν, οπότε και δεν τους καίγεται καρφί. Ούτε πινέζα τους καίγεται. Ούτε βίδα τους καίγεται. Ούτε καν το πελεκούδι τους καίγεται. Και γενικά δεν τους καίγεται τίποτε. Αλλά... 

Αλλά την ελληνίδα μάνα τη σκεφτήκατε, κύριε Γαβρόγλου μου (πρόκειται για τον υπουργό Παιδείας); Σιγά και μην την σκεφτήκατε. Γιατί η ελληνίδα μάνα, κ. υπουργέ μου, και ιδίως η ελληνίδα μάνα που έχει βάλει σκοπό της ζωής της να δει το βλαστάρι της γιατρό δε συγκρίνεται με καμιά άλλη δύναμη της Φύσης ολάκερης. Ούτε με τον μισθωτό ούτε με τον συνταξιούχο ούτε με τον άστεγο, τολμώ να πω. Δεν τα βάζεις με την ελληνίδα μάνα που ονειρεύεται την ώρα και τη στιγμή που το αγοράκι της ή και το κοριτσάκι της θα εισαχθεί στην Ιατρική. Δεν την αγγίζεις αυτή. Αυτή είναι το άλλο πράγμα. Γιατί, κύριε υπουργέ μου, τι θα πει αυτή η μάνα στις φιληνάδες της τώρα που της στερείς το όνειρο; Πώς να αιτιολογήσει την «αποτυχία» της. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποτυγχάνει το παιδί. Η μάνα αποτυγχάνει κι αυτό δεν πρόκειται να το συγχωρήσει στην κυβέρνηση ακόμη κι αν ήταν από εκείνους που χόρευαν τσάμικα στο Σύνταγμα όταν εκλέχθηκε η πρώτη φορά Αριστερά. 

Και τώρα τη βλέπω και πάλι στο Σύνταγμα τη μάνα κι αυτή τη φορά όχι για να χορέψει η ίδια αλλά για να χορέψει την Κυβέρνηση και μάλιστα στο ταψί. Τύφλα να έχουν οι «Αγανακτισμένοι» και οι αγρότες και οι συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ μαζί. Η μάνα που έζησε γι αυτήν τη μοναδική στιγμή νιώθει ότι τα έχασε όλα. Κι αυτό δεν είναι απλό πράγμα, γιατί εκείνος που νιώθει ότι δεν του έχει απομείνει το παραμικρό περιέρχεται σε απόγνωση, συσσωρεύει θυμό, οργή, μίσος κι όλα αυτά θα τα εκφράσει. Και δε νομίζω ότι αυτό θα αρέσει σε κανέναν και κυρίως στα στελέχη της Κυβέρνησης που της στέρησαν το όνειρο, τον στόχο, τον λόγο ύπαρξης, το νόημα ζωής. 

Κύριε υπουργέ, σκεφτείτε το ξανά. Αναιρέστε την απόφασή σας. Άλλωστε δεν θα είναι η πρώτη φορά που θα το κάνετε. Φτάσαμε σε σημείο να θεωρούμε έκπληξη το να αποφασίζετε κάτι και να μην το αλλάζετε και δυο και τρεις ή και παραπάνω φορές. Κι εδώ πρόκειται για το μέλλον της Κυβέρνησης. Μισή ντροπή δική σας και μισή δική μας. Η ελληνίδα μάνα του υποψήφιου γιατρού δεν πρόκειται να το βάλει κάτω. Θα σας κυνηγήσει όπως κυνηγούσαν οι κυνηγοί κεφαλών στην Άγρια Δύση. Και θα σας κυνηγήσει μέχρι να πατήσετε μαύρο χιόνι, το οποίο ως γνωστόν είναι πολύ σπάνιο πράγμα. Άρα θα σας κυνηγήσει για πολύ, ακούραστα. Η ζωή σας θα γίνει εφιάλτης. 

Δώστε στη μάνα του υποψήφιου γιατρού αυτό που χρειάζεται. Δώστε της τις θέσεις που της ανήκουν. Δώστε της και παραπάνω, γιατί το να δει αυτή η μάνα το ζωντόβολό της να μπαίνει στην Ιατρική δεν είναι μικρό πράγμα. Να μπαίνει. Το να βγαίνει δεν τη νοιάζει ιδιαίτερα. Μάλλον δεν τη νοιάζει καθόλου. Δώστε της τη χαρά να σηκώσει το τηλέφωνο ή να βρεθεί με τις φιληνάδες της και να τους τρίψει στη μούρη την επιτυχία της: «Αχ, βρε κορίτσια, δεν σας τα είπα. Περάσαμε στην Ιατρική».



Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Δεν είναι οι ψεκασμοί αλλά οι καφέδες, ανόητοι

«Κυρία, πότε εμείς θα μάθουμε να κάνουμε σωστή Περίληψη; Πότε θα μπορούμε να κατανοούμε ένα κείμενο και να αποδίδουμε σωστά τα νοήματά του σε λίγες λέξεις; Και πότε θα μάθουμε να γράφουμε μια καλή Έκθεση, με σωστά και λογικά επιχειρήματα»; Η ερώτηση, αυθόρμητα διατυπωμένη, από μαθητή δευτέρας Λυκείου σε συνεργάτη μου μόλις λίγες μέρες πριν. Το «λίγες μέρες πριν» έχει τη σημασία του, αφού ήδη βρισκόμαστε στα μέσα Μαρτίου και η σχολική χρονιά βαδίζει ταχύτατα προς τη λήξη της, οπότε οι πιθανότητες του συγκεκριμένου μαθητή να μάθει να κάνει σωστή Περίληψη ή και ό,τι άλλο έχουν περιοριστεί επικίνδυνα. 
Να διευκρινίσω ότι ο συγκεκριμένος ομολογεί ότι του είναι δύσκολο να διαβάζει κείμενα. Του φαίνεται βαρετό και άρα προτιμάει να κάνει άλλα πράγματα -φαντάζομαι πολύ χρήσιμα για τον εγκέφαλό του έστω κι αν αυτό δεν φαίνεται ιδιαίτερα προς τα έξω. Η απάντηση, λοιπόν, στην ερώτηση και λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα, θα μπορούσε να είναι ένα απόλυτο και μεγαλειώδες «ποτέ». Βέβαια, τότε θα αντιμετώπιζα κατηγορίες του στιλ «είσαι πολύ σκληρός με τα παιδιά» και άλλα τέτοια ανόητα, οπότε θα το προσεγγίσω λίγο πιο... ανθρωπιστικά αφήνοντας την ελπίδα να πεθάνει τελευταία. Αλλά, για να εξηγούμαστε, θα πεθάνει. 
Ο μαθητής, με την ερώτησή του, δεν εξέφρασε απλώς μια μαθητική αγωνία. Εξέφρασε την απορία ενός ολόκληρου λαού που αναρωτιέται «πότε επιτέλους θα βγούμε από την κρίση;», φαντάζομαι, για να συνεχίσουμε να κάνουμε ζωάρα άνετη και κυρίως ξεκούραστη και χαλαρή. Ο μαθητής δεν είναι προϊόν παρθενογένεσης. Είναι το αποτέλεσμα μιας διαπαιδαγώγησης που ευθύνεται για την κατάντια μας σε όλα τα επίπεδα. Δεν είναι η παιδική ανοησία που οδηγεί σε τέτοιες απορίες, δεν είναι η εφηβική άγνοια που ευνοεί τέτοιους προβληματισμούς(;). Είναι η διαπαιδαγώγηση, το κλίμα που έχει εδραιωθεί εδώ και χρόνια, η νοοτροπία με την οποία αναθρέψαμε γενιές και γενιές Ελλήνων. 
Η απάντηση θα έπρεπε να είναι δεδομένη: «θα μάθεις να αποδίδεις σωστά ένα κείμενο περιληπτικά, όταν μάθεις να κατανοείς την ελληνική γλώσσα. Θα μάθεις να γράφεις μια Έκθεση σωστά, όταν κατανοήσεις την πραγματικότητα και όταν αποκτήσεις λογική». Κι αυτό δε γίνεται με την επιφοίτηση. Αν ήταν να γίνεται έτσι, μάλλον θα είχε συμβεί ήδη. Γίνεται με προσπάθεια. Μια προσπάθεια που θα έπρεπε να έχει ξεκινήσει εδώ και λίγα χρόνια. Δεκαέξι με δεκαεφτά για την ακρίβεια. Και θα έπρεπε να έχει ξεκινήσει από τους γονείς. Κι αφού κάτι τέτοιο δε συνέβη, τώρα χρειάζεται πολλαπλάσιος κόπος και προσπάθεια εξαντλητική και κυρίως προσωπική. Προσπάθεια έξω από το σχολείο, γιατί το σχολείο έκανε αυτό που μπορούσε να κάνει και μάλλον αυτό δεν είναι... αρκετό. Το έκανε προσφέροντας απλόχερα μεγάλους βαθμούς, περιορίζοντας τις απαιτήσεις, αυξάνοντας τις απουσίες... Όμως, θα καταφέρει κάποιος να γράφει σωστά, όταν διαβάσει βιβλία και άρθρα, όταν προσεγγίσει την εξέλιξη, όταν βγει από τον θλιβερό μικρόκοσμό του τού τίποτα, του survivor, του ηλίθιου σήριαλ, των βλακωδών αναρτήσεων στο fb, των ηλίθιων συζητήσεων με ηλίθιους συνομηλίκους του, όταν κατανοήσει τη δομή της κοινωνίας. 
Αν όλα αυτά φαντάζουν δύσκολα και περίεργα, τότε το «ποτέ» είναι η δεδομένη απάντηση. Όχι μόνο για τον μαθητή που αναρωτιέται πότε θα μάθει, χωρίς να προσπαθεί αλλά για τον κάθε Έλληνα που περιμένει την άσπρη μέρα πίνοντας φραπέ ή πλέον freddo. Και κάποια στιγμή, πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν είναι οι ψεκασμοί που μας έφτασαν εδώ που φτάσαμε αλλά οι αμέτρητοι τόνοι κάθε είδους καφέ που καταναλώσαμε αραχτοί στις πλατείες και στα πάρκα συζητώντας για μια κατάσταση που έπρεπε να αλλάξει. Συζητώντας μόνο, γιατί η προσπάθεια είναι άλλο. Η προσπάθεια χρειάζεται εγρήγορση και γι αυτό άλλωστε την περιμένουμε από τους... άλλους. Κι αυτοί οι «άλλοι», πόσο βλαμμένοι; Τίποτε δεν κάνουν πια. Κάθονται και αγναντεύουν. Μας εγκατέλειψαν, μας γύρισαν την πλάτη. 
Οπότε, για μια ακόμη φορά, θα πρέπει να γίνω λίιιγο σκληρός με τα παιδιά και όχι μόνο (πράγμα που δεν με στενοχωρεί ιδιαίτερα). Ρίξτε μια ματιά γύρω σας. Δείτε τα ποσοστά της ανεργίας που φτάνουν στον ουρανό. Και τώρα σκεφτείτε. Θεωρείτε πιθανό να δημιουργηθούν ξανά οι θέσεις εργασίας που εξαφανίστηκαν; Πιστεύει κανείς ότι θα χρειαστούμε στο μέλλον τόσους εργάτες στα εργοστάσια και στα χωράφια όσους χρειαστήκαμε στο παρελθόν; Θα χρειαστούμε στο εξής τόσους ταμίες τραπεζών και δημόσιους υπαλλήλους όσους χρειαστήκαμε στο παρελθόν; Ακόμη κι αν οι πρόσφυγες από τη Συρία μας ταράξουν στην επένδυση, ακόμη κι αν από θαύμα δημιουργηθούν νέα εργοστάσια, πιστεύει κανείς ότι θα εμφανιστούν οι θέσεις που χάθηκαν; Αν το πιστεύει κάποιος, τότε είναι βέβαιο ότι τον ψεκάζουν, γιατί δεν πρόκειται αυτό να συμβεί στον αιώνα τον άπαντα. Λέγεται τεχνολογία και εξέλιξη. 
Όλες οι στατιστικές δείχνουν καθαρά τι συμβαίνει. Το 50% των νέων 25 ως 35 χρόνων είναι άνεργοι στη χώρα μας. Άλλο ένα 30% υποαπασχολείται ή αμείβεται με πενιχρές αμοιβές. Οπότε μας μένει ένα 20% περίπου που βρίσκει τον δρόμο του, που τα καταφέρνει, που πετυχαίνει τους στόχους του. Τα πράγματα γίνονται απλοϊκά. Αν κάποιος επιθυμεί να τα πάει καλά σήμερα στην Περίληψη και την Έκθεση και αύριο στη ζωή του, πρέπει να κάνει όχι αυτό που κάνει το 80% αλλά αυτό που κάνει το 20% και ίσως το ακόμη λιγότερο. Και αυτό το 20% κάνει το δύσκολο, το επίπονο, το εξαντλητικό και τελικά το διαφορετικό, κλεισμένο στο δωμάτιό του, στο γραφείο του, στον χώρο της δουλειάς του. Ενώ το 80% τι κάνει; Πιθανώς παρακολουθεί εκπομπές επιπέδου survivor και πίνει καφέδες στις πλατείες και στους πεζοδρόμους, οπότε είναι και πιο ευάλωτο στους... ψεκασμούς που το απονεκρώνουν.


Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Η βλακεία είναι ταξική;

Ανάμεσα στις λεπτομερείς και ιδιαίτερα... ουσιαστικές απόψεις που διατυπώθηκαν για το πρόσφατο πολύνεκρο δυστύχημα ξεχώρισα μία. Ήταν, λένε, το δυστύχημα ταξικό. Η εμπλοκή ενός πολυτελούς αυτοκινήτου και του γόνου μιας πλούσιας οικογένειας ήταν στοιχεία ικανά να αναδείξουν τον ειδικό που έχει κρυμμένο μέσα του ο κάθε Έλληνας για οτιδήποτε συμβαίνει, να πυροδοτήσουν την προπαγάνδα και, φυσικά, την υστερία απέναντι σε όσους -λίγους- έχουν εκείνα που θα επιθυμούσαν να έχουν οι πολλοί. 
Ο αριθμός των 1500-1600 νεκρών κάθε χρόνο από τροχαία δε στάθηκε ικανός να συγκινήσει σε τέτοια έκταση και ένταση. Η ανακοίνωση του αριθμού των τροχαίων -θανατηφόρων και μη- αποτελεί μια απλή και χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον είδηση ανάμεσα στις πολλές. Μάλιστα, για τους περισσότερους ίσως μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν οι αστρολογικές προβλέψεις της ημέρας ή οι προβλέψεις για τον καιρό. Αλλά όχι τώρα. Τα χαρακτηριστικά του δυστυχήματος έβαλαν στο τραπέζι της συζήτησης την οδηγική συμπεριφορά και παιδεία του Έλληνα.
Θα μπορούσα να απορήσω για την έκπληξη που προκλήθηκε αλλά δεν το κάνω. Ο Έλληνας συνηθίζει να «πέφτει από τα σύννεφα» πιο συχνά και από επαγγελματία αλεξιπτωτιστή. Ένα θέμα για το οποίο ο καθένας μπορεί να έχει άποψη και κάποτε βιώματα είναι όμορφη αφορμή για τον Έλληνα. Αφορμή για έκφραση, για εκτόνωση, για ανάδειξη των συμπλεγμάτων του, για το «κάνε με για μια μέρα πρωθυπουργό και θα δεις». 
Έτσι και τώρα. Αλλά από το να συζητιέται στα καφενεία και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με τη γνωστή εμβρίθεια(;) που χαρακτηρίζει τον λαό μας, μέχρι το να δίνονται ταξικά χαρακτηριστικά στο δυστύχημα νομίζω ότι πάει πολύ ακόμη και για τους Έλληνες. Αλλά αυτοί είμαστε. Μιλάμε, ψηφίζουμε, κρίνουμε, απαιτούμε, νουθετούμε, οδηγούμε, κυρίως με βάση το συναίσθημα και όχι με βάση τη λογική. Επειδή τελικά αυτή μας λείπει. 
Αναφέρονται οι περισσότεροι στην οδηγική παιδεία του Έλληνα. Μάλλον έχουν εντοπίσει την παιδεία του σε άλλους τομείς και τώρα την αναζητούν και στην οδηγική συμπεριφορά. Δεν θα καταφέρουν και πολλά. Η παιδεία λείπει από την οδηγική συμπεριφορά μας, επειδή μας λείπει από παντού. Κι αυτό δεν είναι θέμα ταξικό. Καθημερινά άνθρωποι οδηγούν μιλώντας στο κινητό χωρίς το υποχρεωτικό bluetooth. Δεν έχω καταφέρει να ταυτίσω τη συγκεκριμένη βλακώδη συμπεριφορά με ταξικά χαρακτηριστικά. Οδηγοί ακριβών ή φτηνών αυτοκινήτων το κάνουν εξίσου συχνά. Καθημερινά οδηγοί, που κοιτάζουν τη βολή τους, παρκάρουν σε πεζοδρόμους, σε πεζοδρόμια, σε θέσεις αναπήρων ή και στη μέση του δρόμου. Κι εδώ αδυνατώ να διαχωρίσω τους ανόητους πρωταγωνιστές σε πλούσιους ή φτωχούς. Καθημερινά προσπερνούν επικίνδυνα και παράνομα, κορνάρουν στα φανάρια, βρίζουν, μουντζώνουν οδηγοί αυτοκινήτων. Ούτε κι εδώ έχω καταφέρει να ταυτίσω τη χωριατιά και την παντελή έλλειψη σεβασμού με ταξικά κριτήρια. Καθημερινά αντικρίζουμε οδηγούς χωρίς ζώνη ή με παιδιά στο αυτοκίνητο χωρίς αυτή. Κι εδώ η ανοησία δε γνωρίζει φραγμούς και ταξικούς διαχωρισμούς. 
Η κουλτούρα, άρα και η οδηγική παιδεία, μπορεί να είναι γνώρισμα των πλουσίων και των φτωχών, των μορφωμένων και των αμόρφωτων, των Δεξιών αλλά και των Αριστερών, των μεγάλων και των μικρών, των αντρών αλλά και των γυναικών εξίσου. Το ίδιο και η υποκουλτούρα βέβαια. Και απλώς ήρθε ένα ακόμη -από τα πάρα πολλά- δυστύχημα να αποδείξει ότι, με εξαίρεση τον θάνατο, η βλακεία δεν είναι ταξική. Η βλακεία δεν κάνει διακρίσεις. Και μάλλον είναι η μόνη.