Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Χαμένες βεβαιότητες (ii. Κι όμως, αλλάζει)


ii. Κι όμως, αλλάζει

Πιστεύουμε ότι αυτό που ζούμε είναι η πραγματικότητα. Δεν είναι κακό. Κακό είναι να πιστεύουμε ότι αυτό που ζούμε είναι μόνιμη πραγματικότητα. Μέχρι πριν λίγο, οι περισσότεροι είχαν παγιδευτεί στη συγκεκριμένη απάτη. Εγκλωβισμένοι στην αίσθηση ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει, στάθηκαν ανίκανοι να δουν εκείνο που ερχόταν. «Επένδυσαν» σε έναν κόσμο χαλαρότητας, άνεσης, αφθονίας, μετριότητας και κυρίως μονιμότητας που δεν τον συναντάει κανείς ούτε σε παιδικά κόμικς. Ο κόσμος αυτός χάθηκε οριστικά. Αυτό που ζούμε δεν είναι απλώς η κατάρρευση του οικονομικού μοντέλου που γνωρίσαμε. Είναι η κατάρρευση του κόσμου που γνωρίσαμε. Τίποτα πια δε θα είναι ίδιο με το παρελθόν, όμως οι περισσότεροι κινούνται στα όρια της μακάριας ηλιθιότητας αδυνατώντας να το αντιληφθούν ή αρνούμενοι να το αποδεχτούν. 
Ιστορικά, οποιαδήποτε σημαντική οικονομική μεταβολή δεν υπήρξε γεγονός απομονωμένο, αποκομμένο από τις υπόλοιπες εξελίξεις. Οι αλλαγές στο χώρο της οικονομίας ανέκαθεν συμπαράσερναν τα κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα κάθε εποχής. Η εμφάνιση της αγροτικής οικονομίας έφερε μαζί της την εδραίωση της αγροτικής κοινωνίας. Συγκεκριμένοι κοινωνικοπολιτικοί θεσμοί και δομές κλήθηκαν να υπηρετήσουν την οικονομική μεταβολή. Όταν η οικονομία έθεσε στο επίκεντρο τη βιομηχανική παραγωγή, ανάγκασε όλα τα δεδομένα να ανανεωθούν εκ νέου, για να καλύψουν τη νέα οικονομική πραγματικότητα. Έτσι γινόταν πάντα. 
Αυτό συμβαίνει και τώρα. Όμως, οι περισσότεροι λειτουργούν σαν πρωταγωνιστές σε φαρσοκωμωδία. Πιστεύουν ότι κάποια στιγμή θα εμφανιστεί κάποιος -αγνοούν ποιος- και θα τους ανακοινώσει γελώντας ότι όλα ήταν ένα αστείο που πάει και τέλειωσε. Το θέμα είναι ότι δεν είναι μόνο πολίτες όσοι παρακολουθούν αποσβολωμένοι τη μεταβολή. Και οι πολιτικοί κάνουν ακριβώς το ίδιο. Δηλαδή τίποτα! Οι τελευταίοι μάλιστα φαίνεται να περνούν κρίση ταυτότητας. Ταυτίζοντας, για δεκαετίες, τη δουλειά του πολιτικού με τους ασύστολους διορισμούς στο δημόσιο και τα ατελείωτα ρουσφέτια, τώρα που λεφτά δεν υπάρχουν και το δημόσιο περιορίζεται, καλούνται να ανακαλύψουν ποια είναι η πραγματική δουλειά του πολιτικού. Δράμα πολύ δραματικό. 
Λοιπόν, η κατάσταση έχει ως εξής είτε μας αρέσει είτε όχι. Οι δανειστές μας έχουν αναλάβει το καθήκον της επαναφοράς σε μια «τάξη» απαιτώντας τα δανεικά που μας έδωσαν, να μη γίνουν αγύριστα. Κάποιοι -πιθανώς κακοί και ύπουλοι συνωμότες- καλούνται να μας… προσαρμόσουν βίαια σε όσα η ανικανότητα του πολιτικού κόσμου δεν κατάφερε να πετύχει ήπια και ίσως πιο δίκαια. Το γεγονός -όχι υπόθεση- της ανάληψης της εξουσίας από τους δανειστές μας δείχνει ξεκάθαρα ότι όσοι πιστεύουν πως το χρήμα θα αρχίσει και πάλι να ρέει, πως οι μισθοί και οι συντάξεις σύντομα θα επανέλθουν στα πρότερα επίπεδα, πως το Δημόσιο θα ξαναδώσει δουλειά ξέγνοιαστη και χωρίς αξιολόγηση, θα διαψευστούν πιο οδυνηρά και από τον άπιστο Θωμά. 
Η ελληνική -και όχι μόνο- κοινωνία αλλάζει ριζικά, όχι επειδή το απαίτησαν οι πολίτες ούτε γιατί το επιδίωξαν κάποιοι φωτισμένοι ηγέτες. Αλλάζει, γιατί το απαιτούν νέα οικονομικά δεδομένα. Το πρόβλημα δεν είναι η αλλαγή. Το πρόβλημα είναι η ταχύτητά της. Αυτή δυσχεραίνει τη δυνατότητα των περισσοτέρων να πιστέψουν ότι αυτό που συμβαίνει είναι πιο αληθινό και από τα Ιμαλάια. Αυτό δικαιολογεί τις εμμονές που βλέπουμε γύρω μας. Πολιτικούς που αρνούνται να προωθήσουν αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, επιχειρηματίες που περιμένουν παθητικά τη βελτίωση της κατάστασης, οικονομολόγους που προσπαθούν με συνταγές του παρελθόντος να αντιμετωπίσουν προβλήματα που δεν έχουν καμιά σχέση με εκείνα του παρελθόντος. Η παλιά οικονομία, όμως, χάνεται δημιουργώντας, είναι η αλήθεια, εκατόμβες θυμάτων. Η κρίση κυοφορεί έναν καινούριο κόσμο και αυτός θα χρειαστεί διαφορετικές μεθόδους, αξίες, αντιλήψεις και θα αναδείξει τελείως διαφορετικά πρότυπα και σίγουρα αυθεντίες. Η παθητική αναμονή δεν είναι λύση. Ποτέ δεν ήταν. Η εμμονή σ’ αυτό που χάνεται οδηγεί στον αφανισμό με βεβαιότητα. 
Για αρκετές δεκαετίες οι περισσότεροι νέοι ξεκινούσαν τη ζωή τους με τον προβληματισμό «πού θα βρω δουλειά;». Οι περισσότεροι έβρισκαν, γιατί δουλειές υπήρχαν κι αν δεν υπήρχαν όλο και κάποιος πολιτικός θα δημιουργούσε μια άχρηστη για την οικονομία και την κοινωνία, χρήσιμη όμως γι αυτούς θεσούλα στο δημόσιο. Το πρόβλημα είναι ότι στον κόσμο που διαμορφώνεται, πολλές από τις παραδοσιακές δουλειές δε θα υπάρχουν. Θα υπάρξουν σίγουρα καινούριες και κάποιοι θα τις προτείνουν, οπότε και οι σημερινοί νέοι πιθανώς είναι καλύτερο να ξεκινούν τη ζωή τους με τον προβληματισμό «τι δουλειά θα δημιουργήσω;».

1 σχόλιο:

evropeos είπε...

Το πώς αντιλαμβάνομαι την Ελληνική κοινωνία θα ήθελα να το περιγράψω σε ένα σχόλιο, χιουμοριστικό κατ’ εμέ, (μιας και το χιούμορ είναι κάτι απολύτως σχετικό) που είχα κάνει παλιά σε κάποιο site:

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ

Μια τεράστια ανακάλυψη ανήγγειλαν μια ομάδα αρχαιολόγων του πανεπιστημίου Trobona της Μασαχουσέτης.
Ανακάλυψαν ότι στην πλειστόκαινο περίοδο(περίπου 200.000 χρόνια πριν) έζησε ένα είδος ανθρώπου λίγο μετά τον Χόμο-Σάπιενς, και λίγο πριν εμφανιστεί ο Χόμο- Ερέκτους. Από τις τοιχογραφίες των σπηλαίων που έμεναν, οι επιστήμονες κατάφεραν να περιγράψουν την ζωή και τις συνήθειες τους.
Ζούσαν νομαδικά, χωρίς να καλλιεργούν τη γη ή να κυνηγούν. Είχαν κάνει μια συμφωνία με γειτονικές φιλές να δανείζονται από αυτούς τα απαραίτητα προς το ζην.
Μετά την πάροδο κάποιου χρόνου(εδώ οι γνώμες των επιστημόνων διίστανται για το εύρος του χρόνου) οι δανειστές ζήτησαν τα χρωστούμενα. Μεγάλη φαγωμάρα έπεσε λοιπόν στην κοινότητα τους, με τους περισσότερους να επιμένουν να μην δώσουν τα δανεικά και να συνεχίσουν τον τρόπο ζωής που έκαναν έως τότε. (Σ’αυτό το σημείο οι επιστήμονες προσπαθούν να αποκρυπτογραφήσουν και άλλα στοιχεία ώστε να μας δώσουν κι’ άλλες πληροφορίες για την συνέχεια).
Η οργάνωση της κοινωνίας τους ήταν απλή: Με την πάροδο κάποιων ετών ψήφιζαν και έβγαζαν το μεγάλο συμβούλιο της φυλής. Το συμβούλιο ήταν υπεύθυνο για όλες τις αποφάσεις που αφορούσαν την φυλή.
Τα μέλη του συμβουλίου της φυλής μερικές φορές, για να αποκτήσουν φίλους έβαζαν σε ξεκούραστες θέσεις κάποιους από αυτούς που τους ψήφιζαν, ώστε να μπορούν να εκλέγονται σαν μέλη σε όλες τις εκλογικές(κατά κάποιο τρόπο)αναμετρήσεις.
Αυτοί οι φίλοι έμπαιναν σε ξεκούραστες θέσεις και είχαν προτεραιότητα στο να παίρνουν πρώτοι κρέας όταν το δανεικό κρέας ερχόταν προς διανομή στο κέντρο του χωριού. Επίσης δεν έκαναν χειρωνακτικές εργασίες, τις οποίες εκτελούσαν οι κατώτεροι της φυλής, που είχαν και τα λιγότερα προνόμια.
Ήταν λαός αυστηρός με την παρανομία. Όταν κάποιος παρανομούσε, τον πήγαιναν στο συμβούλιο, όπου τον ανέκριναν. Εάν τον έβρισκαν ένοχο, τον εξόριζαν και κάτεσχαν όλη την περιουσία του η οποία μοιραζόταν εξ’ ίσου στα υπόλοιπα μέλη της φυλής. Όλη αυτή η διαδικασία (η ανάκριση και η τιμωρία) ονομαζόταν «το μαχαίρι στο κόκαλο».
Τα κατώτερα μέλη της φυλής έκαναν τις χειρωνακτικές δουλειές, έτρωγαν ότι έμενε από το δανεικό φαγητό (αφού πρώτα διάλεγαν οι πολιτικοί φίλοι τα καλύτερα κομμάτια) και το μόνο δικαίωμα που είχαν ήταν να ψηφίζουν κάθε μία χρονική περίοδο για το συμβούλιο της φυλής.
Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, τα κατώτερα μέλη δεν γκρίνιαζαν και δεν παραπονιόταν, και όνειρό τους ήταν να γίνουν κάποτε φίλοι κάποιου μέλους του συμβουλίου ώστε να καλυτερέψει η ζωή τους.
Πότε περίπου εξαφανίστηκε αυτή η φυλή παραμένει άγνωστο, ωστόσο κάποια ευρήματα δείχνουν ότι αυτό άρχισε να συμβαίνει από την εποχή που οι άλλες φυλές έπαψαν να τους δανείζουν. Οι έρευνες συνεχίζονται.
Αυτό το είδος ανθρώπου ονομάστηκε από τους επιστήμονες:
HOMO ZONTOVOLUS